Νέα

Our Latest Insights

Η κρίση γεννάει ευκαιρίες. Για κόμικς

Δέκα χρόνια μετά την ολοκλήρωση της σειράς «Η Μέρα της Κρίσης» στο «Καρέ Καρέ» της «Εφ.Συν.», οι ιστορίες των 55 δημιουργών που πήραν μέρος παραμένουν επίκαιρες. Μια πλούσια έκδοση από την Chaniartoon Press συγκεντρώνει όλο αυτό το υλικό για την Ελλάδα των κρίσεων της τελευταίας δεκαετίας

Οταν προετοιμάζαμε την έκδοση του «Καρέ Καρέ» και σχεδιάζαμε την ύλη και τα περιεχόμενά του το 2014, μια από τις βασικές μας επιδιώξεις ήταν να μιλήσουμε για την κρίση διαρκείας στην οποία βρισκόταν επί σειρά ετών η ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα μετά την επιβολή των μνημονίων που ξεκίνησαν να εφαρμόζονται επί Γιώργου Παπανδρέου κατ’ εντολή των «εταίρων» μας και συνεχίστηκαν απαρέγκλιτα από τις επόμενες κυβερνήσεις.

Αποφασίσαμε τότε, από το πρώτο κιόλας τεύχος μας, να αφιερώνουμε μία σελίδα κάθε εβδομάδα στην πολύπλευρη κρίση καλώντας έναν διαφορετικό δημιουργό να φιλοτεχνεί μια ιστορία με τίτλο «Η Μέρα της Κρίσης». Επιλέξαμε τότε να μην τους καθοδηγήσουμε αλλά να τους αφήσουμε εντελώς ελεύθερους να αφηγηθούν μια μονοσέλιδη ιστορία για την κρίση όπως αυτοί την αντιλαμβάνονταν.

Καρέ από το έργο του Πέτρου Ζερβού

Καρέ από το έργο των Μάρως Καλογερή (σενάριο) και Λίλας Καλογερή (σχέδιο)

Με δεδομένο ότι η λέξη «κρίση» στην ελληνική γλώσσα έχει πολλές σημασίες που καθορίζονται από τα συμφραζόμενα, ο καθένας και η καθεμιά τους την αντιμετώπισαν διαφορετικά. Κρίση οικονομική και κρίση αξιών, κρίση προσωπική και ψυχολογική, υπαρξιακή κρίση, η τελική κρίση της δευτέρας παρουσίας, κάθε πιθανή κρίση έγινε θέμα στις ιστορίες των Ελλήνων δημιουργών, που αποτύπωσαν με μοναδικό τρόπο τη χρονική περίοδο από τον Απρίλιο του 2014 μέχρι τον Ιούνιο του 2015 αλλά με μια συγκλονιστική διαχρονικότητα που γίνεται ανησυχητική όταν συνειδητοποιείς πως οι ιστορίες αυτού του τόμου είναι ακόμα επίκαιρες.

Επιπλέον, όμως, όπως σημειώνει ο υπογράφων στο προλογικό σημείωμά του στον τόμο, είναι πολύ σημαντική και η πολυσυλλεκτικότητα στις συμμετοχές, καθώς «πήρε μέρος η πλειονότητα των τότε ενεργών δημιουργών κόμικς της χώρας, γεγονός που προσδίδει σε αυτή τη συλλογή και έναν χαρακτήρα αποτύπωσης και καταγραφής της σύγχρονης ελληνικής “σκηνής” των κόμικς. Η σκηνή αυτή –φυσικά όχι ενιαία και χωρίς να υπάρχει κανένα κέντρο αποφάσεων και καμιά καθοδηγητική γραμμή– πλούσια, πολύχρωμη και πολυποίκιλη, παρά τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες, δεν το βάζει κάτω τα τελευταία χρόνια. Οσο χειρότερα πάνε τα πράγματα στις τσέπες τόσο καλύτερα πάνε στα φεστιβάλ, τις εκθέσεις, τις εκδόσεις, τις εκδηλώσεις, τις διαδικτυακές δημοσιεύσεις. Δεν είμαι σίγουρος αν ισχύει ή πρόκειται απλώς για ένα αναπαραγόμενο κλισέ, ότι σε κάθε μεταβατική περίοδο της Ιστορίας και σε κάθε εποχή κρίσης οι καλλιτέχνες έχουν αρκετή πρώτη ύλη και μεγαλουργούν. Στην παρούσα ελληνική κατάσταση, ωστόσο, αυτό συνέβη και συμβαίνει με τα κόμικς […] Ο ιστορικός του μέλλοντος, επιχειρώντας να αποκρυπτογραφήσει και να κατανοήσει τη σκληρή εποχή μας, ενδεχομένως να βοηθηθεί από αυτά τα κόμικς. Πέρα από την αναμφίβολη καλλιτεχνική τους διάσταση και αξία μπορούν να λειτουργήσουν και ως ένα “ημερολόγιο” της κρίσης, ως ένα ιστορικό αποτύπωμά της».

Καρέ από το έργο του Τάσου Αναστασίου

Καρέ από το έργο της Αλέξιας Οθωναίου

Αυτό το ιστορικό αποτύπωμα λοιπόν μπορεί να έχει πολλά σχήματα, ανάλογα με την προσέγγιση της «κρίσης» από κάθε καλλιτέχνη. Η οικονομική κρίση, όμως, είναι κυρίαρχη και επικαθορίζει όλες τις άλλες, όπως αποδεικνύεται από την πλειονότητα των δημιουργών. Σε αυτήν επικεντρώνεται και η εξαιρετική εισαγωγή του Γιάννη Κιμπουρόπουλου με τίτλο «Η Κρίση της Κρίσης»:

«Από το 2011 και μετά, η Ελλάδα έγινε το επικεντρο της διεθνούς κρίσης και βάσιμα μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το 2014, όταν δύο “σωστικά” μνημόνια και τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις είχαν καταλήξει σε φιάσκο, η χώρα είχε καταστεί “υπερδύναμη” της παγκόσμιας κρίσης. Με την έννοια ότι οι “τεκτονικές πλάκες” που μετακινούνταν βίαια στη βάση και στην κορυφή της ελληνικής κοινωνίας μπορούσαν να προκαλέσουν “τσουνάμι” παρενεργειών σε όλη την Ευρώπη, σε όλο τον κόσμο. Μπορούσαν να προκαλέσουν από διάλυση της ευρωζώνης μέχρι ντόμινο κοινωνικών εξεγέρσεων σε όλο τον αραβικό κόσμο. Πράγμα που άλλωστε έγινε, με τις συνέπειες οδυνηρά αισθητές μέχρι και σήμερα».

Καρέ από το έργο του πρόωρα χαμένου Χρήστου Δημητρίου

Καρέ από το έργο του Soloup

Η τεράστια αυτή κρίση επηρέασε την οικονομία της χώρας, τα «νούμερα» όπως συνηθίσαμε να λέμε, αλλά πάνω απ’ όλα τους ανθρώπους της με τρόπο τρομακτικό. «Η κρατική χρεοκοπία έγινε χρεοκοπία χιλιάδων νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Δεν υπήρξε σπιτικό, κοινωνικό στρώμα, επιχείρηση που να μην επηρεάστηκε αρνητικά. Το πολιτικό και κομματικό σύστημα όπως το ξέραμε ώς το 2010 κατέρρευσε, νέα κόμματα ξεπήδησαν από το πουθενά και ταχύτατα επέστρεψαν στο πουθενά, έχοντας εκπληρώσει τον σύντομο ρόλο τους. Και το 2015, όλο αυτό το εκρηκτικό φορτίο, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, κατέληξε σε μια αδιανόητη μέχρι πριν από λίγα χρόνια πολιτική μεταστροφή, με μια κυβέρνηση που ορκιζόταν στην Αριστερά και στα θύματα της κρίσης, αλλά τελικά πρόσθεσε ακόμα ένα μνημονιακό βάρος στις πλάτες τους», συμπληρώνει ο Γιάννης Κιμπουρόπουλος.

Καρέ από το έργο του Παναγιώτη Πανταζή (Pan Pan)

Καρέ από το έργο του Αλέκου Παπαδάτου

Οι 50 ιστορίες που συνθέτουν τον τόμο, φιλοτεχνημένες από 55 δημιουργούς, κουβαλούν όλο αυτό το «εκρηκτικό φορτίο» και το παρουσιάζουν με μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων, τεχνοτροπιών, αφηγηματικών ειδών και πρωταγωνιστών.

Καρέ από το έργο των Δημήτρη Βανέλλη (σενάριο) και Θανάση Πέτρου (σχέδιο)

Καρέ από το έργο του Αντώνη Βαβαγιάννη

Ενας ποντικός στον καναπέ του ψυχαναλυτή δεν μπορεί να απολαύσει την κρίση που γι’ αυτόν θα έπρεπε να αποτελεί παράδεισο στην ιστορία των Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου, τα λόγια του αέρα των αγανακτισμένων πολιτών που μένουν μόνο λόγια γεμίζουν τα μπαλονάκια της ιστορίας του Πέτρου Χριστούλια, οι Γρηγόρης Σαντοριναίος και Βαγγέλης Ματζίρης μιλούν για την κρίση που συνεχίζεται το… 2040, ενώ ο Τάσος Αναστασίου παρομοιάζει την κρίση με την κατάσταση στον αμερικανικό Νότο του ρατσισμού και των βαμβακοφυτειών του 1860.

Καρέ από το έργο του Τάσου Αναστασίου

Καρέ από το έργο του Πέτρου Χριστούλια

Οι Βέρα Καρτάλου και Θωμάς Βαλλιανάτος «μιλούν» χωρίς λόγια, με μαύρο χιούμορ για την εποχή μετά την κρίση όταν οι κατσαρίδες δημιουργούν τον δικό τους πολιτισμό πάνω στα ερείπια του δικού μας, ο πρωταγωνιστής του Παναγιώτη Μητσομπόνου νιώθει τύψεις που εξακολουθεί να λαμβάνει τη σύνταξη της νεκρής μητέρας του για να αντεπεξέλθει στην κρίση και ο Βασίλης Παπαγεωργίου φιλοτεχνεί τον μύθο του σκορπιού με τον βάτραχο, για να καταγγείλει όχι την τυφλή επιθετικότητα του πρώτου αλλά την εθελοδουλία του δεύτερου. Στο εφιαλτικά αλληγορικό σενάριο του Ηλία Ταμπακέα, η Krisi παρομοιάζεται με ένα φοβερό τέρας στην πλάτη του οποίου ζουν παρασιτικά οι πλούσιοι μέχρι που το τέρας «άρχισε να μη χορταίνει με τα σπίτια και τα λεφτά κι άρχισε να τρώει τους ίδιους τους ανθρώπους. Αλλά ακόμη κι αυτό δεν ήταν το χειρότερο… Το χειρότερο ήταν ότι είχε κλέψει τα χαμόγελα όλων των ανθρώπων».

Αντιθέτως, στη φαινομενικά πιο αισιόδοξη ιστορία του Νάσου Βασιλακάκη, οι άνθρωποι πολεμούν με αυταπάρνηση και θάρρος τους πλούσιους εισβολείς και καταφέρνουν να τους νικήσουν. Δυστυχώς, όμως, δεν μπορούν να πανηγυρίσουν καθώς βρίσκονται πάνω στα ερείπια ενός κατεστραμμένου κόσμου. Η κρίση που ζούμε εδώ και χρόνια έχει δημιουργήσει πολλά τέτοια ερείπια. Και κάθε «Μέρα της Κρίσης» που ξημερώνει δημιουργεί κι άλλα.

Καρέ από το έργο του Θανάση Πετρόπουλου

1-Zaxaris: Καρέ από το έργο του Πάνου Ζάχαρη

Οι ιστορίες των 55 δημιουργών του τόμου «Η Μέρα της Κρίσης» ασφαλώς και δεν είναι ικανές από μόνες τους να τερματίσουν την πρωτοφανή και πολύπλευρη ελληνική κρίση. Θα έχουν πετύχει τον στόχο τους, όμως, αν την κάνουν περισσότερο κατανοητή. Και ίσως αν σπείρουν έστω και λίγες αμφιβολίες σε όσους φοβούνται ότι η κρίση είναι νομοτέλεια την οποία είμαστε αδύναμοι να ανατρέψουμε.

🔴 Ο τόμος «Η Μέρα της Κρίσης: 55 δημιουργοί για την οικονομική και υπαρξιακή κρίση που διαρκώς επιδεινώνεται» θα παρουσιαστεί πρώτη φορά στο φεστιβάλ Chaniartoon στα Χανιά (26-28 Σεπτεμβρίου) όπου και θα πραγματοποιηθεί μεγάλη έκθεση με το σύνολο των έργων

 

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Η Μέρα της Κρίσης, πάντα επίκαιρη

Η κρίση µπήκε για τα καλά στο ελληνικό λεξιλόγιο το 2008-2009, και έγινε συννόνηµο της οικονοµικής κρίσης.Τα χρόνια που ακολούθησαν εµφανίστηκαν τα µνηµόνια, όπου το καθένα διαδεχόταν το επόµενο, οικονοµική ύφεση, κλειστά µαγαζιά, νέοι που φεύγουν για το εξωτερικό, φόροι και αυξήσεις σε όλες τις τιµές, αγανακτισµένοι µε πάνω και κάτω πλατείες, και φυσική η άνοδος της Χρυσής Αυγής που βρήκε ένα κατεστραµένο πεδίο θα θρέψει την “ιδεολογία” της. Την περίοδο 2014-2015, η Εφηµερίδα των Συντακτών, στο ένθετο που έχει αφιερωµένο στα κόµικς µε τίτλο “Καρέ-Καρέ”, εγκαινίασε µια καινούρια στήλη. Αυτή έφερε τον τίτλο “Η Μέρα της Κρίσης” και ήταν ένα µονοσέλιδο κόµικς, το οποίο σχεδίαζε κάθε εβδοµάδα και ένας διαφορετικός δηµιουργός.

 

 

Όπως αναφέρει ο Γιάννης Κουκουλάς στον πρόλογο της έκδοσης: “Όταν καλέσαµε τους Έλληνες δηµιουργούς κόµικς να συµµετάσχουν στην παρούσα συλλογή, επιλέξαµε εσκεµµένα να µην τους “καθοδηγήσουµε” πατερναλιστικά ως προς το ποια ερµηνεία επιθυµούσαµε να δώσουν στη Μέρα της Κρίσης. Ωστόσο, η καθηµερινότητα της ελληνικής πραγµατικότητας εδώ και χρόνια είναι µια αµείλικτη και ατέρµονη οικονοµική κρίση που επιφέρει πολλαπλές κρίσεις σε κάθε επίπεδο και απαιτεί προσωπικές κρίσεις και αποφάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, είναι δεδοµένο ότι η πλειονότητα των καλλιτεχνών που συµµετέχουν σε αυτή τη συλλογή βιώνουν την οικονοµική κρίση και έρχονται αντιµέτωποι µε όλες τις συνεπακόλουθες κρίσεις που αυτή γεννά. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι συµµετέχοντες χτίζουν τις ιστορίες τους µε επίκεντρο την οικονοµική κρίση. Όχι όµως όλοι καθώς υπάρχουν αρκετοί που επιλέγουν να ερµηνεύσουν διαφορετικά την κρίση. Το βέβαιο είναι ότι όλοι είναι αναγκασµένοι να ζουν και να δηµιουργούν σε ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης και
διαρκούς κρίσης χωρίς ορατή διέξοδο αφού η ελληνική κατάσταση ως προς τα στατιστικά στοιχεία της οικονοµίας και ως προς τους αριθµούς που περιγράφουν το βιοτικό επίπεδο µε υλικούς όρους δυσχεραίνεται µε ταχείς ρυθµούς.”

∆έκα χρόνια πριν στην Ιταλία
Η συλλογή µε τα µονοσέλιδα κόµικς κυκλοφόρησε το 2015 για πρώτη φορά στην Ιταλία µε τον τίτλο «Il Giorno della Crisi» σαν µια ανθολογία, στο πλαίσιο του φεστιβάλ της Ραβέννης «Komikazen». ∆έκα χρόνια µετά το φινάλε της στήλης στην εφηµερίδα, αλλά και την ιταλική έκδοση, κυκλοφορεί σαν ανθολογία και στην Ελλάδα, από τις εκδόσεις Chaniartoon Press. Το φεστιβάλ Chaniartoon, φέτος έχει σαν γενική του θεµατολογία την Κρίση. Μάλιστα αυτή τιτλοφορείται σαν “Σε Κρίση” κάτι που αποδίδει στον όρο πολλές προεκτάσεις. ∆έκα χρόνια λοιπόν η Κρίση όχι µόνο δεν έχει περάσει, αλλά έχει επεκταθεί. Πλέον µπορούµε να µιλάµε όχι µόνο για οικονοµική κρίση, αλλά πολιτιστική, πολιτική, πνευµατική κλπ. Έτσι η συγκεκριµένη ανθολογία, όχι µόνο αποτυπώνει την σκηνή κόµικς µιας εποχής, αλλά παραµένει επίκαιρη και σήµερα.
Η ανθολογία θα παρουσιαστεί στο φετινό Chaniartoon, την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου στο Θέατρο Μίκης Θεοδωράκης, ενώ σε όλη την διάρκεια του φεστιβάλ (20-28 Σεπτεµβρίου), θα υπάρχει και µια σχετική έκθεση στο φουαγιέ του θεάτρου µε ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

 

Πηγή: Χανιώτικα Νέα

Ενας ημίαιμος στο Μαξίμου

Πώς είναι να τριγυρνάς στο πρωθυπουργικό γραφείο, να «υποδέχεσαι» ξένους επισήμους, να σε χαϊδεύουν διάσημοι; Τι βλέπεις όταν ζεις δίπλα στον Κυριάκο Μητσοτάκη; Πώς περνάς όταν είσαι ο «πρώτος σκύλος της χώρας»;

Τον Απρίλιο του 2021 ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Αδέσποτων Ζώων, επισκέφτηκε τη Φιλοζωική Ενωση Ηλιούπολης και αφού ξεναγήθηκε στους χώρους της από τους εθελοντές της, αποφάσισε να υιοθετήσει έναν αρσενικό καφετί σκυλάκο. Αποχωρώντας μάλιστα προέτρεψε τους πολίτες να υιοθετήσουν κι αυτοί αδέσποτα ζώα καθώς, όπως είπε, «οι φίλοι δεν αγοράζονται». Από τότε ο Πίνατ έγινε μόνιμος κάτοικος του μεγάρου Μαξίμου. Το τι έχουν δει τα μάτια του αυτά τα τεσσεράμισι χρόνια, τι έχουν ακούσει τα αυτιά του και τι έχουν μυρίσει τα ρουθούνια του δεν θα το μάθουμε ποτέ. Θα είχε ενδιαφέρον όμως να το φανταστούμε.

Αυτό ακριβώς φαντάστηκε ο Τάσος Αναστασίου, εκ των κορυφαίων πολιτικών γελοιογράφων της χώρας εδώ και πολλά χρόνια, και το μετέφερε σε κόμικς. Οχι βέβαια για να περιγράψει τα μέσα και τα έξω του πρωθυπουργικού γραφείου με τα μάτια ενός αθώου σκύλου, αλλά για να σχολιάσει με σαρκασμό τη ζωή και τις αποφάσεις του αφεντικού του. Ο ημίαιμος Πίνατ δεν φταίει σε τίποτα που ήταν ο εκλεκτός και έλυσε το πρόβλημα της ζωής του. Μπορεί το βιβλίο (εκδόσεις Chaniartoon Press, 48 σελίδες) να έχει το όνομά του, μπορεί ο ίδιος να εμφανίζεται στα περισσότερα καρέ να τριγυρνά αμέριμνος και να βαράνε προσοχή μπροστά του τα μέλη της φρουράς του Μαξίμου, αλλά ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι ο γαλαζοαίματος Κυριάκος Μητσοτάκης, διάδοχος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και μέλος μιας ισχυρότατης ράτσας και μιας τεράστιας φαμίλιας με μακρά καταγωγή που φροντίζει καλά την πολιτική της επιβίωση.

Εκτός από εμάς όμως, τα μυστικά και τα αισθήματα του Πίνατ θα ήθελε να ξέρει και το αφεντικό του. «Και τι δεν θα 'δινα για να μάθω τι σκέφτεται το μυαλουδάκι σου» του λέει χαϊδεύοντάς τον τρυφερά στο κεφαλάκι. Και γι’ αυτό του προσφέρει ένα «κινητούλι»! Ωστε να τον παρακολουθεί, όπως συνηθίζει με φίλους κι αντιπάλους, και να «ενημερώνεται».

Μέσα από τις σύντομες μονοσέλιδες ιστορίες του Πίνατ, οι οποίες είχαν δημοσιευτεί πρώτη φορά στο Καρέ Καρέ το 2024 και το 2025, περνάει όλη η τότε πολιτική επικαιρότητα: η υψηλή φορολογία που κάνει δυσβάσταχτη τη ζωή, ο έλεγχος του Τύπου με κάθε μέσο, οι ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων αγαθών, η μανία του πρωθυπουργού για το χρήμα, ο διακαής πόθος του για την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο, η αστυνομική βία, η καταπάτηση του Συντάγματος κ.ά.

Το «Πίνατ» όμως, αν και περιλαμβάνει όλα τα προηγούμενα κι ακόμα περισσότερα, δεν είναι ένα πολιτικό μανιφέστο, ούτε ένα άθροισμα καταγγελιών εναντίον του πρωθυπουργού της χειρότερης κυβέρνησης του τόπου. Αντιθέτως, είναι ένα απολαυστικό, χιουμοριστικό βιβλίο με έναν σκύλο για «ξεναγό» στην πολιτική ζωή του πρωθυπουργού. Μια ζωή που όταν δεν μας κάνει να κλαίμε, έχει άφθονο γέλιο.

 

Πηγή: Εφημερίδα των Συνακτών

Ακόμη περιμένουν οι γυναίκες

Το εμβληματικό road movie «Ας περιμένουν οι γυναίκες» του Σταύρου Τσιώλη, 27 χρόνια μετά την πρώτη προβολή του, προσαρμόζεται σε ένα απολαυστικό κόμικς από τον Σταύρο Κιουτσιούκη και τον Κλήμη Κεραμιτσόπουλο

«Υμνος στη ζωή. Αποθέωση στο ελληνικό καλοκαίρι και στους ανθρώπους του μόχθου. Ανεκπλήρωτοι έρωτες και πίστη στη ζωή. Προσμονές, αναβολές, με ήχους και μουσικές. Η βόρεια Ελλάδα βρίσκει έκφραση. Η κωμικότητα απαντά στην πολιτική. Εδώ το σινεμά γίνεται τέχνη. Ολη η ποίηση του Σταύρου Τσιώλη», γράφει ο Γιάννης Ζουγανέλης, ένας εκ των τριών πρωταγωνιστών του «Ας περιμένουν οι γυναίκες», της cult ταινίας-φαινόμενου, που σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία της είναι εξίσου φρέσκια, επίκαιρη και απολαυστική, εξακολουθεί να προβάλλεται σε διάφορες περιστάσεις, αφιερώματα και φεστιβάλ ανά την Ελλάδα και βρίσκει διαρκώς νέους θεατές.

Ο Αργύρης Μπακιρτζής και ο Σάκης Μπουλάς ήταν οι άλλοι δύο κεντρικοί χαρακτήρες σε ένα υπόδειγμα σπάνιας χημείας μεταξύ ηθοποιών, με τον έναν να συμπληρώνει τον άλλον σε μια ιδιότυπη περιπλάνηση στη Μακεδονία με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη και απρόβλεπτη κατάληξη.

Η καριέρα του Σταύρου Τσιώλη (1937-2019) στο σινεμά είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1950 στα στούντιο της Φίνος Φιλμ, ενώ η πρώτη δική του ταινία ήταν «Ο μικρός δραπέτης» το 1968. Το 1970 γνώρισε διεθνή επιτυχία με τη σκηνοθεσία της ταινίας «Κατάχρησις εξουσίας» σε σενάριο του Νίκου Φώσκολου και πρωταγωνιστή τον Νίκο Κούρκουλο. Το 1985 κατάφερε να αποσπάσει έξι βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ταινία του «Μια τόσο μακρινή απουσία» με την Πέμη Ζούνη και τη Δήμητρα Χατούπη, ενώ μεγάλη επιτυχία είχαν σημειώσει το «Σχετικά με τον Βασίλη» (1986), οι «Ακατανίκητοι εραστές» (1988), ο «Ερωτας στη Χουρμαδιά» (1990) κ.ά.

Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» είναι το δεύτερο μέρος της άτυπης τριλογίας που ξεκίνησε με το «Παρακαλώ, γυναίκες μην κλαίτε» με πρωταγωνιστές τους Αργύρη Μπακιρτζή, Δημήτρη Βλάχο και Δώρα Μασκλαβάνου (1992) και ολοκληρώθηκε με το «Γυναίκες που περάσατε από ’δώ» (2017) με τους Κωνσταντίνο Τζούμα, Τάκη Χρυσικάκο και Ερρίκο Λίτση. Κι είναι μια ταινία που όσο απρόβλεπτα εξελίσσεται άλλο τόσο απρόβλεπτα γυρίστηκε.

«Η ιδέα για το σενάριο γεννήθηκε σε ένα φθινοπωρινό ταξίδι το 1991 που έκαναν μαζί ο Σταύρος Τσιώλης με τον Χρήστο Βακαλόπουλο, αναχωρώντας χαράματα από την οδό Ασημάκη Φωτήλα –εκεί έμενε ο Χρήστος– προς την Καβάλα με σκοπό να συναντηθούν με τον επιστήθιο φίλο τους Αργύρη Μπακιρτζή. Στον δρόμο, όμως, μπέρδεψαν μια λίμνη με τη θάλασσα, και σταμάτησαν στον πρώτο άνθρωπο που ήταν στο δρόμο για να ρωτήσουν – έναν Τσιγγάνο με ένα Datsun φορτωμένο μπανάνες. «Αρχηγέ μου, μου είπαν ότι για να πάω στην Καβάλα πρέπει να έχω τη θάλασσα στα δεξιά μου. Εγώ την έχω στα αριστερά μου». «Καλά πηγαίνετε. Στην Aσπροβάλτα θα βρείτε τη θάλασσα δεξιά σας, αυτή είναι η λίμνη Βόλβη». «Ευχαριστούμε, αρχηγέ! Πιάσε δυο κιλά μπανάνες για τον φίλο μου. Του αρέσουν του Χρήστου πολύ οι μπανάνες!» αφηγείται η Κατερίνα Τσιώλη, κόρη του Σταύρου Τσιώλη, κινηματογραφίστρια και συνεργάτιδά του, στον πρόλογό της.

Το επεισοδιακό αυτό ταξίδι του σκηνοθέτη που ήταν η αφορμή για το σενάριο του «Ας περιμένουν οι γυναίκες» αναφέρει και ο Αργύρης Μπακιρτζής στο δικό του κείμενο για τη μεταφορά της ταινίας σε κόμικς (εκδόσεις Chaniartoon Press, 160 σελίδες) και επισημαίνει ότι «Η ζωή στα γυρίσματα των ταινιών του Σταύρου Τσιώλη ήταν παρόμοια με τη ζωή στην καθημερινότητά μας με μια διαφορά. Ηταν σαν να πατάς ένα κουμπί και να ζεις αυτή την πραγματικότητα σ’ ένα άλλο άστρο, σαν ήρωας επιστημονικής φαντασίας.

Ο Τσιώλης ήθελε κάποιον που να του λέει να πάει αριστερά και αυτός να πηγαίνει δεξιά, όχι επειδή δεν θέλει, αλλά επειδή δεν μπορεί. Από αδεξιότητα, από αφηρημάδα, πάντως όχι ηθελημένα».

Εξίσου επεισοδιακή είναι και η ταινία την οποία μεταφέρει υποδειγματικά ο Σταύρος Κιουτσιούκης σε κόμικς –με τη βοήθεια του Μάριου Ιωαννίδη και της Κατερίνας Νανούρη στην προσαρμογή του σεναρίου– και χρωματίζει ο Κλήμης Κεραμιτσόπουλος. Για την ακρίβεια δεν «μεταφέρουν» αλλά δίνουν τη δική τους εκδοχή με σεβασμό στον Τσιώλη αλλά και προσθέτοντας τις δικές τους πινελιές. Και αυτό καθιστά το εγχείρημα ακόμα πιο ενδιαφέρον και ελκυστικό.

Οπως αναφέρει και ο Αντώνης Καρπετόπουλος στον επίλογό του: «Το “Ας περιμένουν οι γυναίκες” είναι ένα κόμικς που έψαχνε το σχεδιαστή του. Ο Τσιώλης έχει αφήσει μια εμπνευσμένη ταινία που μπορεί να λειτουργεί ως έμπνευση γιατί περιέχει το ίδιο το φως της έμπνευσης του δημιουργού της. Θα ήταν πιστεύω χαρούμενος αν ξεφύλλιζε το άλμπουμ γιατί ήταν δημιουργός. Κι ο δημιουργός χαίρεται όταν βλέπει ότι τα φώτα που έδωσε αξιοποιήθηκαν από επίγονους που κατάφεραν χάρη σε αυτά να βρουν δρόμους…»

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Ο «ορισμός του πέναλτι» με σχέδιο και χρώμα

 

Η ταινία «Ας περιμένουν οι γυναίκες» του Σταύρου Τσιώλη έγινε κόμικ και κυκλοφορεί από τη «Chaniartoon Press»

 

ο-ορισμός-του-πέναλτι-με-σχέδιο-και-χ-563855737

 

Είναι από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές της ταινίας. Ο Πάνος (Γιάννης Ζουγανέλης), έξαλλος με τα σχόλια του μπατζανάκη του, Αντώνη (Σάκης Μπουλάς), θυμάται έναν επίμαχο ποδοσφαιρικό αγώνα, στον οποίο ο ΠΑΟΚ είχε κερδίσει ένα αμφισβητούμενο πέναλτι. Περιγράφει το αντικανονικό κατά τη γνώμη του τάκλιν στον επιθετικό της ομάδας του και όταν δυο ηλικιωμένες τον ρωτούν «ήταν πέναλτι, κύριε Πάνο;», εκείνος, έξω φρενών, απαντά «ο ορισμός του πέναλτι, κυρία μου!».

«Είναι δύσκολο να δώσεις στον κόσμο μια άλλη οπτική μιας ιστορίας που την έχει δει ήδη σαν εικόνα. Είχε λοιπόν μεγάλη ευθύνη και κάποιο ρίσκο», λέει ο Σταύρος Κιουτσιούκης που έκανε τα σχέδια.

Στο σινεμά δεν βλέπουμε βέβαια αν η ανατροπή γίνεται εντός μεγάλης περιοχής, ούτε τον Πάνο που στο τέλος εισβάλλει στον αγωνιστικό χώρο μανιασμένος. Ομως στο κόμικ «Ας περιμένουν οι γυναίκες», που ξαναζωντανεύει την αγαπημένη ταινία του Σταύρου Τσιώλη με τα εκφραστικά μέσα της ένατης τέχνης, η γλαφυρή αφήγηση είναι όλη εδώ, πλήρης σχεδίων και χρωμάτων. «Η ταινία έχει πολλά διαλογικά μέρη και αν κάναμε ακριβή αποτύπωσή της, το αποτέλεσμα θα ήταν μια συνεχής εναλλαγή προσώπων», λέει στην «Κ» ο Μάριος Ιωαννίδης, που συνέβαλε στην προσαρμογή του σεναρίου. «Η προσέγγισή μας ήταν να μείνουμε κοντά στην ταινία, αλλά το κόμικ να είναι κάτι διαφορετικό. Και επειδή είναι μια ταινία αγαπημένη, μια πρόκληση ήταν οι αναγνώστες να δουν γραμμένη την ατάκα την οποία ξέρουν και περιμένουν, με τρόπο που να τους αρέσει».

Ο «ορισμός του πέναλτι» με σχέδιο και χρώμα-1

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Chaniartoon Press», του Διεθνούς Φεστιβάλ Κόμικς Χανίων και παρουσιάστηκε στην πρόσφατη διοργάνωσή του, τον Σεπτέμβριο. Εκτός από τον Μάριο Ιωαννίδη, την προσαρμογή του σεναρίου του κόμικ υπογράφουν η Κατερίνα Νανούρη και ο Σταύρος Κιουτσιούκης, ο οποίος ανέλαβε και τα σχέδια, προτού τα χρωματίσει ο Κλήμης Κεραμιτσόπουλος. Ο Κιουτσιούκης αξιοποίησε και εκείνος τους μεγάλους διαλόγους των χαρακτήρων της ταινίας. «Η ταινία μου έδινε χώρο να εικονοποιήσω τις περιγραφές τους», μας λέει, «και εκτός από τη σκηνή με τον “ορισμό του πέναλτι”, σχεδίασα και τις εικόνες του κρεοπώλη στην Παπαδίτσα (σ.σ.: ο οποίος αποκαλύπτει το μυστικό για ένα καλό κοκορέτσι) και της κυρίας Τζόαν Πάππος (σ.σ.: που κάποτε αγόρασε από τον Πάνο και τον έτερο μπατζανάκη του, τον Μιχάλη –στην ταινία τον υποδύεται ο Αργύρης Μπακιρτζής– μια μεγάλη παρτίδα κηροπήγια)». Ολα αυτά, εξηγεί ο Κιουτσιούκης, στην ταινία απλώς λέγονται και καθένας μπορεί να τα έχει φανταστεί με τον δικό του τρόπο. «Είναι δύσκολο», συμπληρώνει, «να δώσεις στον κόσμο μια άλλη οπτική μιας ιστορίας που την έχει δει ήδη σαν εικόνα. Είχε λοιπόν μεγάλη ευθύνη και κάποιο ρίσκο».

Η διασκευή

Γιατί όμως ένα τέτοιο ρίσκο να το πάρει κανείς; Γιατί, αλήθεια, οι τρεις μπατζανάκηδες που ταξιδεύουν προς τη Θάσο για να παραθερίσουν με τις γυναίκες τους, αλλά που στον δρόμο συναντούν τον ανεκπλήρωτο έρωτα, την πολιτική και άλλα αδιέξοδα, να διασκευαστούν σε κόμικ; Από το 1998 που κυκλοφόρησε, η ταινία του Σταύρου Τσιώλη έχει αγαπηθεί πολύ, έχει προβληθεί με διάφορες αφορμές και οι ατάκες της («Ψήφισε η μάνα μου Νέα Δημοκρατία;», «Διότι οι άνθρωποι δεν συγχωρούν όσους από έρωτα εκπέσανε» και πολλές ακόμα) έχουν γίνει πασίγνωστες. Μάλιστα, το εγχείρημα της διασκευής προβλημάτιζε και τον Σταύρο Κιουτσιούκη. «Στην πορεία όμως αποφάσισα ότι ο λόγος ήταν ώστε να γίνει ακόμα πιο ευρύ το κοινό που θα γνωρίσει την ιστορία και έπειτα την ταινία», λέει ο κομίστας. «Οχι ότι η ταινία το περίμενε από εμένα, αλλά το κοινό των κόμικς είναι λίγο διαφορετικό», σχολιάζει ο Κιουτσιούκης και προσθέτει ότι στο πρόσφατο Φεστιβάλ Κόμικς Χανίων, αρκετοί αναγνώστες που γνώριζαν, αλλά δεν είχαν δει το «Ας περιμένουν οι γυναίκες», αγόραζαν το κόμικ. Μπορεί να τους τράβηξε το καρτουνίστικο σχεδιαστικό στυλ του κομίστα. «Μετέφερα τους ήρωες σε μια καρτούν εκδοχή τους, που παραπέμπει σε αυτούς, αλλά δεν είναι ακριβώς οι ίδιοι», προσθέτει.

Ο «ορισμός του πέναλτι» με σχέδιο και χρώμα-2Ποια είναι όμως η ουσία της ταινίας που μένει απαράλλακτη ανεξαρτήτως μέσου; «Ο έρωτας», αποκρίνεται ο γνωστός για τα ερωτικά του κόμικς Σταύρος Κιουτσιούκης, ο οποίος διευκρινίζει ότι εννοεί τον έρωτα του Αντώνη για την Κλυταιμνήστρα και όχι του Πάνου για την τραγουδίστρια, στον οποίο επικεντρώνονται αρκετοί. Ο Μάριος Ιωαννίδης εκτιμά ότι ο πυρήνας της ταινίας είναι και οι τρεις μπατζανάκηδες, οι οποίοι εκπροσωπούν πτυχές του Νεοέλληνα από τη δεκαετία του ’90 μέχρι σήμερα. Και ενώ ο Κιουτσιούκης, που τυγχάνει Θεσσαλονικιός, είχε δει την ταινία «στη στιγμή της», νιώθοντας οικεία με τα μέρη που απεικόνιζε και με το περίφημο μπέρδεμα των ανεξοικείωτων για το αν πρέπει να έχουν τη θάλασσα στα δεξιά τους ή στα αριστερά τους καθώς πηγαίνουν στην Καβάλα, ο Ιωαννίδης ήρθε σε επαφή μαζί της αργότερα, φτάνοντας να την βλέπει ξανά και ξανά, ειδικά στην καραντίνα, ανακαλύπτοντας νέες ατάκες και επίπεδα ανάγνωσης.

Η Βόλβη

Μια επιπλέον πτυχή της ιστορίας βρίσκεται στο τέλος του κόμικ, όπου περιλαμβάνεται η σχεδιαστική απεικόνιση μιας επιπλέον σκηνής από το φινάλε του «Ας περιμένουν οι γυναίκες», η οποία δείχνει τους ήρωες να φτάνουν πλέον στη Θάσο και έχει παρουσιαστεί σε λίγες μόνο κινηματογραφικές προβολές. Πολλά και ενδιαφέροντα μαθαίνει κανείς και από τα κείμενα που συνοδεύουν την έκδοση και τα υπογράφουν η κόρη του Σταύρου Τσιώλη, Κατερίνα, ο δημοσιογράφος Αντώνης Καρπετόπουλος, αλλά και οι Γιάννης Ζουγανέλης και Αργύρης Μπακιρτζής. Ειδικά στο κείμενο της Κατερίνας Τσιώλη διαβάζουμε ότι το μπέρδεμα της λίμνης με τη θάλασσα, που ουσιαστικά πυροδοτεί την ιστορία, είχε συμβεί το 1991 στον Σταύρο Τσιώλη και στον Χρήστο Βακαλόπουλο. Εκείνους τους είχε βοηθήσει ένας τσιγγάνος, με ένα Ντάτσουν φορτωμένο μπανάνες. «Καλά πηγαίνετε», τους είχε πει. «Στην Ασπροβάλτα θα βρείτε τη θάλασσα δεξιά σας, αυτή είναι η λίμνη Βόλβη».

Πηγή: Καθημερινή

Η Κατερίνα Τσιώλη εξηγεί πώς η μαγεία του “Ας Περιμένουν οι γυναίκες” μεταφέρθηκε σε κόμιξ

Η Κατερίνα Τσιώλη εξηγεί πώς η μαγεία του “Ας Περιμένουν οι γυναίκες” μεταφέρθηκε σε κόμιξ

 

Η Κατερίνα Τσιώλη εξηγεί πώς η μαγεία του “Ας Περιμένουν οι γυναίκες” μεταφέρθηκε σε κόμιξ
Προσωπικό αρχείο Κατερίνας Τσιώλη

 

Με την ευκαρία της μεταφοράς της εμβληματικής ταινίας “Ας Περιμένουν οι Γυναίκες” του Σταύρου Τσιώλη σε κόμιξ, συνομιλήσαμε με την κόρη και στενή συνεργάτιδα του αείμνηστου Ελληνα σκηνοθέτη, Κατερίνα η οποία δίνει μέρος του αποστάγματος ζωής της.

 

Μία από τις πιο δημοφιλείς ταινίες του νέου ελληνικού σινεμά “κατέβηκε” από το πανί και “τρύπωσε” στο χαρτί. Το κόμιξ που κυκλοφόρησε πρόσφατα για το έπος “Ας Περιμένουν οι Γυναίκες” του Σταύρου Τσιώλη αποτυπώνει το πνεύμα της ταινίας, αναβιώνει τις καταπληκτικές ατάκες (που τα “σπάνε” ακόμα και στο YouTube) και, πάνω απ’ όλα, δίνει μία νέα διάσταση σε μία κορυφαία κινηματογραφική δημιουργία.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν θα γινόταν αν η Κατερίνα Τσιώλη, κόρη και στενή συνεργάτιδα του Σταύρου, δεν είχε την έμπνευση να δώσει τη συγκατάθεσή της.

Την συναντήσαμε ενθουσιασμένη σ’ ένα καφέ των Βριλησσίων. Δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά της για την επιτυχία του κόμιξ αλλά και την όρεξή της να “τρέξει” και να ολοκληρώσει παρόμοια πρότζεκτ τα επόμενα χρόνια.

Η Κατερίνα Τσιώλη, παράλληλα, δεν έκρυψε τη νοσταλγία για τον πατέρα της που “έφυγε” το 2019. Περιγράφει με πηγαία αγάπη τη χημεία τους, τις κόντρες τους και τη συνεργασία τους αποκαλύπτοντας, παράλληλα, ξεκαρδιστικά παρασκήνια από τα γυρίσματα του “Ας Περιμένουν οι Γυναίκες” και των άλλων ταινιών του Τσιώλη.

Σε βλέπουμε να χαμογελάς. Πάει καλά το εγχείρημα;

“Τυπώσαμε στην αρχή 1000 αντίτυπα. Από τις παραγγελίες που γίνονταν διαδικτυακά, διαπιστώναμε ότι υπήρχε μεγάλη ανταπόκριση. Εν τέλει τυπώσαμε 3000”.

Πόσο δεκτικός ήταν ο Τσιώλης στο να “διασκευάζονται” τρόπον τινά τα έργα του;

“Ηταν πάντα πολύ ανοιχτός. Έρχονταν θεατρικές ομάδες, νέων ανθρώπων, του ζητούσαν τα έργα του, τα έδινε αμέσως και δωρεάν. Το ίδιο έγινα όταν παιζόταν το “Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ” στο θέατρο Τέχνης. Ενας νεαρός με μούσι, (ο ηθοποιός Αντώνης Τσιοτσιόπουλος) ωραίος και ευγενής, του λέει “κύριε Σταύρο, είμαστε από τους Τσούκου-Τσούκου, υπάρχει κάποιο θεατρικό για μας” και του έδωσε την “Πόρτα” με τη μόνη προϋπόθεση να αλλάξει το όνομα της θεατρικής ομάδας γιατί πίστευε ότι κανείς δεν θα τους πάρει στα σοβαρά. Το όνομα δεν άλλαξε και το έργο πήγε για δύο χρόνια”.

Αν ζούσε ο Σταύρος και έβλεπε το κόμιξ…

…”Θα του άρεσε. Γενικώς αγαπούσε πάρα πολύ τα νέα παιδιά, οι παρέες του ήταν από 25 μέχρι 85 ετών. Αν τον πετύχαινες στα Εξάρχεια να πίνει καφέ, θα το διαπίστωνες. Μας έγραφαν κάποιοι φίλοι στο Facebook, ειδικά όταν ανακοινώσαμε ότι ξεκινάμε την τελευταία ταινία, ότι θέλουν να βρεθούμε, να παρακολουθήσουν τα γυρίσματα κτλ. Αυτό γινόταν πάντα. Μία μέρα που είχαμε σηκωθεί και πίναμε καφέ, λέμε “δεν κάνουμε μία τρέλα;” Γράψαμε στο Facebook ότι αυτό το Σάββατο, τόσο του μηνός, θα είμαστε στο τάδε καφέ στη Λεωφόρο Κηφισιάς, ελάτε να βρεθούμε. Μαζευτήκαμε αρκετοί. Και έμεινε ένας σκληρός πυρήνας φίλων ο οποίος συναντιόταν κάθε Σάββατο για καφέ, φαγητό και συζήτηση και μας ακολούθησε μέχρι που “έφυγε” ο Σταύρος. Ενας από αυτούς είναι ο Θανάσης ο Ζακόπουλος ο οποίος είναι γιατρός-στοματολόγος. Αυτός διέγνωσε τον καρκίνο του πατέρα μου σε μία οδοντιατρική εξέταση”.

Το κόνσεπτ για το κόμιξ ποιο ήταν;

“Υπήρχε μία σκέψη το όλο πράγμα να είναι τελείως διαφορετικό. Δηλαδή να κόβεται το κόμιξ και να διανθίζεται από back stage ιστορίες από τα γυρίσματα. Ανακαλύψαμε, νωρίτερα, γνωρίζοντας τον Γιώργο τον Γούση και τον Δημοσθένη τον Παπαμάρκο που μας έφερναν τις ιστορίες τους, ότι το κόμιξ έχουν και αυτά σκηνοθεσία και ντεκουπάζ. Ανακαλύψαμε μία μαγεία, αυτό άρεσε πολύ στον Σταύρο. Αυτή ήταν και η πρώτη επαφή του μ’ αυτό το χώρο. Γι’ αυτό δεν είχα κανέναν ενδοιασμό να το κάνω, ήξερα τον ενθουσιασμό του Σταύρου από τότε”.

Περίμενες ότι θα πετύχει;

“Κοίτα, όταν έχεις στη διάθεσή σου το “Ας Περιμένουν οι Γυναίκες” έχεις μία ελπίδα ότι τα πράγματα μπορεί να πάνε και καλά. Από ότι φαίνεται, δικαιωθήκαμε, παρόλο που πρέπει να σου πω ότι κάποιοι πολύ καλοί φίλοι εξέφρασαν κάποιες αντιρρήσεις. Με στενοχωρεί αυτό. Ο πατέρας μου, λίγο πριν πεθάνει, στις τελευταίες μας συζητήσεις, μου είπε “κοίτα, δεν ήμουν καλός μπαμπάς”. Ψέμα, ήταν ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου. Λέει, “φεύγω και σ’ αφήνω επί ξύλου κρεμάμενη, ούτε ένα σπίτι δεν σου έχω φτιάξει”. Του απάντησα ότι μου αφήνει το έργο του. Με παρακάλεσε “μην κάνεις τη βλακεία που έκανα εγώ που έδινα όλα τα έργα τζάμπα παντού και βασιζόμουν μόνο στις εταιρίες μήπως πουλήσουν κάποια ταινία στην τηλεόραση. Κοίτα να τα καταφέρεις μ’ αυτά που σου αφήνω”. Ανησυχούσε.

Κάνω, λοιπόν, αυτό. Ακολουθώ την εντολή του πατέρα. Μου ζητήθηκε το “Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ” να το κάνω σενάριο και να το “ανοίξω” λίγο. Έπρεπε να το είχα παραδώσει πριν από δύο χρόνια αλλά θα το παραδώσω τώρα. Αντιμετωπίζοντας αυτό το κείμενο, που είναι πολύ δύσκολο, έπαθα πλάκα και πανικό μην το κακοποιήσω. Μου πήρε πολύ καιρό. Δεν είχα και την ανάλογη οικογενειακή ενθάρρυνση, η μητέρα μου το θεωρεί πολύ επισφαλές όλο αυτό, θα προτιμούσε να δουλεύω σ’ έναν φούρνο και να παίρνω 800 ευρώ. Εγώ είμαι καλλιτεχνική ψυχή, έχω μεγαλώσει μέσα στα γυρίσματα. Ήμουν σε φούρνο, έχω δουλέψει σε θερμοκήπια στην Κρήτη, στην εστίαση. Αλλά στα 50 αποφάσισα να επιστρέψω στη δουλειά”.

H Κατερίνα Τσιώλη Προσωπικό Αρχείο Κατερίνας Τσιώλη

Εν προκειμένω πάντως, η πρόκληση ήταν μεγάλη…

“Ο Σταύρος ο Κιουτσιούκης δυσκολεύτηκε πολύ. Κάπως φοβόταν να “αγγίξει” το έργο. Τελικά με τα πολλά έγινε.Κόλλησε όμως λίγο στο χρώμα και έτσι κάλεσε τον Κλήμη Κεραμιτσόπουλο για βοήθεια. Στα Χανιά ο Κλήμης κατάλαβε ότι δεν είναι ωραίο πράγμα να δουλεύεις με το Σταύρο όταν καίγεται ο κώλος του. Αλλά είμαι σίγουρη γιατί έπρεπε να προλάβουμε τις ημερομηνίες κάηκε και ο δικός του. Η πρώτη επαφή με τον Μάριο (σσ Ιωαννίδης, ο διευθυντής του φεστιβάλ Chaniartoon) έγινε τον Σεπτέμβριο τον περσινό. Με πήρε τηλέφωνο για να κάνουμε το κόμιξ. Ανοίγω και εγώ την κάμερα και βλέπω δύο μουτράκια. Το Μάριο και την Κατερίνα (σσ Νανούρη, επιμελήτρια έκδοσης). Μίλησαν με τόση αγάπη για τον Σταύρο και το “Ας Περιμένουν οι Γυναίκες” που τα συμπάθησα πάρα πολύ.

Και έγινε και το εξής συγκλονιστικό που μου υπαγόρευσε ότι πρέπει να προχωρήσω. Δύο ημέρες πριν χτυπήσει το τηλέφωνο σκεφτόμουν ότι θα ήθελα πάρα πολύ το “Ας Περιμένουν οι Γυναίκες” να το κάνω κόμιξ και θεατρικό. Και μου έκατσαν και τα δύο. Πήρε ο Μάριος για το κόμιξ και ξεκινήσαμε. Και σε πέντε μέρες χτύπησε πάλι το τηλέφωνο και ήταν ο Λάσκαρης για το θεατρικό. Είναι ο Σταύρος από πίσω, να ξέρεις. Μας έχουν συμβεί διάφορα τηλεπαθητικά στη ζωή, πάνω από πέντε και το πέντε είναι σοβαρός αριθμός.

Εν συνεχεία, ο Κιουτσιούκης οπτικοποίησε και σκηνές που στην ταινία δεν τις βλέπουμε αλλά τις ακούμε από διήγηση. Τον “ορισμό του πέναλτι” για παράδειγμα. Τους πιέζω τώρα να κάνουμε και το “Φτάσαμε”, λαμβάνω πολλά μηνύματα στο messenger γι’ αυτό. Θα αφήσουμε όμως λίγο το χρόνο να περάσει”.

Αll time classic αλλά για ποιο λόγο;

Απορία: Αυτή η ταινία γιατί αρέσει τόσο πολύ;

“Ελα μου ντε, που δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Η ταινία έχει ένα φοβερό οίστρο. Πρέπει να σου πω ότι σ’ αυτό το φιλμ δεν υπάρχει τίποτα αυτοσχεδιαστικό. Διαβάζω καμία φορά σχόλια στο youtube ότι αν δεν υπήρχε ο Ζουγανέλης και ο Μπουλάς με τους αυτοσχεδιασμούς τους, δεν θα είχε πετύχει τόσο η ταινία κτλ. Πρέπει να σου πω ότι αυτό είνα το μοναδικό σενάριο. Απαγορευόταν να αλλάξεις ακόμα και ένα κόμμα! Ο Σταύρος ποτέ δεν απαντούσε στους ηθοποιούς “ποιος είμαι, τι είμαι, που πάω”. Ελεγε ότι οι μοναδικές πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας είναι από το σενάριο. Μαζί θα ανακαλύψουμε την πορεία των χαρακτήρων. Το μόνο που ήθελε από τους ηθοποιούς ήταν να ξέρουν τα λόγια τους σαν τ’ όνομά τους. Τους έλεγε “θα έρχεται η Κατερίνα εκεί που κοιμάστε στο ξενοδοχείο, θα σας ξυπνάει και θα σας λέει σελίς 5, γραμμή 8η (γέλια)”. Το έκανα. Ευτυχώς όχι στον ύπνο τους!

Στην αρχή υπήρξαν δυσκολίες. Ο Αργύρης (σσ Μπακιρτζής) είχε κάνει τρεις ταινίες πιο πριν, ήξερε να δουλεύει με τον Τσιώλη. Τα υπόλοιπα παιδιά έπρεπε να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση. Μας πήρε λίγο χρόνο, είναι η αλήθεια. Είχαν συνηθίσει στο μοτίβο ότι δεν πειράζει και αν αλλάξουμε κάτι στα λόγια. Πέσαμε πάνω στα κείμενα μαζί, διαβάζαμε όλη μέρα, να το “λιώσουμε”. Από εκεί και πέρα η ταινία και η συνεργασία απογειώθηκαν. Ο Σταύρος αυτό το σενάριο το έγραψε μέσα σε έξι μήνες σε μία περίοδο της ζωής του κατά την οποία ήταν πολύ στενοχωρημένος, κάτι μάς συνέβαινε εκείνη την εποχή. Το σενάριο αυτό ήταν τρόπον τινά μία θεραπεία.

Η ταινία, όταν παίχθηκε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1998, πέρασε στο ντούκου. Ο Σταύρος και εγώ είχαμε πάρει και την κρυάδα από την προηγούμενη ταινία “Ο χαμένος θησαυρός του Χουρσίτ Πασά” που μας έστειλαν στο πληροφοριακό και αντέχαμε τα πάντα. Περιμέναμε όμως η ταινία να κάνει μία αίσθηση αλλά πέρασε και δεν ακούμπησε. Προκάλεσε μία στενοχώρια αυτό, στους συνεργάτες κυρίως. Ηρθε όμως το YouTube και δικαίωσε την ταινία αν και πλέον ό,τι ανεβαίνει, το ρίχνω άμεσα.

https://www.news247.gr/wp-content/uploads/2025/10/tsiolis33-1320x880.webp 1320w, https://www.news247.gr/wp-content/uploads/2025/10/tsiolis33-640x426.webp 640w, https://www.news247.gr/wp-content/uploads/2025/10/tsiolis33-105x70.webp 105w" />
O Σταύρος Τσιώλης επί το έργον... Προσωπικό αρχείο Κατερίνας Τσιώλη

Η πρόζα της ταινίας είναι ασταμάτητη αν και ο Σταύρος ποτέ δεν έψαχνε ευρήματα απλά για να γελάσει ο κόσμος. Συνήθως στα έργα του Σταύρου κεντρικά πρόσωπα είναι δύο άνδρες, πολλοί αυτά τα ζευγάρια τα έχουν αντιστοιχίσει με τον Δον Κιχώτη και τον Σάντσο Πάντσα από το έργο του Θερβάντες. Σ’ αυτήν την ταινία προστίθεται και ένας τρίτος, ο Αντώνης.

Μία εξήγηση για το λόγο που αρέσει τόσο πολύ είναι και αυτή: O Έλληνας και η ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμη συνέλθει από την κρίση. Μετά την περίφημη αναγγελία του Γιώργου Παπανδρέου στο Καστελόριζο ότι μπαίνει η χώρα στο μηχανισμό στήριξης, ο Έλληνας πενθεί την χαμένη του ζωή. Η ταινία περιγράφει μία εποχή ευμάρειας την οποία νοσταλγούμε όλοι. Και αν βάλεις και το πολιτικό κομμάτι μέσα, νομίζω έχεις όλο το πακέτο. Βλέπει την ταινία κάποιος και διαπιστώνει ότι τότε η ζωή ήταν πιο εύκολη, ενώ τώρα δεν υπάρχει χρόνος για χαλαρότητα, ζαβολιές και όνειρο. Δουλεύουμε για να πληρώνουμε τις υποχρεώσεις και είμαστε ευτυχείς αν μπορούμε να βγάλουμε το μήνα αλώβητοι.

Ούτε καν αυτό δεν είναι εύκολο…

Συμφωνώ. Εγώ κάπως τα καταφέρνω τα τελευταία δύο χρόνια. Αλλά μετά το θάνατο του Σταύρου πέρασα πολύ δύσκολα, έχασα την ασπίδα του πατρός. Όπως έκανε και στις ταινίες, ο Σταύρος έβρισκε τις λύσεις και στη ζωή. Πάντως θέλω να παραδεχθείς ότι ο Σταύρος σ’ αυτήν την ταινία προέβλεψε τη μεγάλη κρίση που θα ερχόταν με την περίφημη ανάλυση του Μπουλά που μιλάει για τις εργασιακές σχέσεις στο μέλλον. Πολλοί επίσης λένε ότι ο Σταύρος μ’ αυτήν την ταινία “καθάρισε” με τη Μεταπολίτευση.

 

Η ταινία αυτή δεν γυρίστηκε στην Αρκαδία όπως οι προηγούμενες γιατί…

…”το έχει πει ο Μπακιρτζής σε συνέντευξη. Ήταν έγκυος η Γεωργία (σσ σύζυγος του Μπακιρτζή) και είχε το άλλο παιδί μικρό. Και μην ξεχνάς ότι υπήρχε και η ιστορία που είναι πέρα για πέρα αληθινή. Σ’ ένα ταξίδι του πατέρα μου με τον Χρήστο τον Βακαλόπουλο στο οποίο πήγαιναν να βρουν τον Αργύρη, έχασαν το δρόμο λόγω της Βόλβης! Πήγαιναν να του δώσουν το πρώτο χέρι του σεναρίου για το “Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε”. Μέχρι να φτάσουν, είχαν μισοφτιάξει το σενάριο. Μετά το θάνατο του Χρήστου, είπε ο Σταύρος “θα καθίσω να γράψω μία κωμωδία, πάνω σ’ αυτήν την ιστορία”. Τα γυρίσματα στο “Ας Περιμένουν οι Γυναίκες” κράτησαν 7-8 εβδομάδες. Έγιναν αρχές καλοκαιριού, αν θυμάμαι καλά”.

Και η Ηλιάδη;

“Ο Ζουγανέλης την έφερε! Τραγουδούσε τότε νομίζω στο σχήμα του Νότη Σφακιανάκη. Είχε κάνει τότε με τον Γιάννη τον Καραλή ένα τραγούδι που τραγουδούσε με την Καίτη Γκρεϊ που ήταν γιαγιά της. Στα γυρίσματα μέναμε όλοι μαζί, αυτό γινόταν σε όλες τις ταινίες του Σταύρου. Ο πατέρας μου ήταν σκληρός στο γύρισμα. Εμένα με έχει διώξει από δύο ταινίες. Στο “Ας Περιμένουν οι Γυναίκες έχασα την τελευταία εβδομάδα, το Πόρτο Καράς! Τι έγινε; Εφερε ο Αργύρης την γυναίκα του που ήταν έγκυος. Εφερε και ο Μπουλάς τη δική του, ήταν παντρεμένος τότε μ’ ένα μοντέλο τηλεοπτικής εκπομπής. Εφερε και ο Ζουγανέλης την Ισιδώρα (σσ Σιδέρη). Και κάνω και εγώ το λάθος και φέρνω το τότε αγόρι μου, τον Χρήστο. Έχουμε φάει το μεσημέρι και στρώθηκαν όλοι να δουν μπάλα, αγώνα της ΑΕΚ. Ο πατέρας μου ήταν ΑΕΚτζης. Κατέβηκε ο Χρήστος με σορτς και σαγιονάρα, έφαγε γκολ η ΑΕΚ και λέει “αμάν, τον ήπιαμε”. Με πλησίαζει τότε ο Σταύρος και μου λέει “πάρε την βαλίτσα σου και στην Αθήνα”. Εφυγα εγώ και μετά ακολούθησε όλος ο υπόλοιπος άμαχος πληθυσμός και συνεχίστηκε η δουλειά.

Η τελευταία σκηνή; Γιατί “κόπηκε”;

“Υπάρχει η τελευταία σκηνή. Και προβλήθηκε στους κινηματογράφους τις πρώτες δύο εβδομάδες. Λέει ο Μπουλάς “θα μείνουμε και οι τρεις και το πρωί θα ξεκινήσουμε για τις οικογένειές μας” και η ταινία συνεχίζεται. Μπαίνουν στα αυτοκίνητα, στρίβουν σ’ ένα κάμπινγκ, στον “Αχιλλέα”, φαίνονται κάποια κορίτσια με ποδήλατα, χαιρετούν “ουοου” κτλ. Το επόμενο πλάνο είναι από το λιμάνι της Θάσου, στην προκυμαία είναι οι τρεις οικογένειες. Κατεβαίνει ο κόσμος, αδειάζει το καράβι αλλά οι τρεις πουθενά. Και ακούγεται από το μεγάφωνο του πλοίου “που περιμένεις να φτάσεις η σκόνη για να γυρίσεις καρδιά μου μόνη, γιατί αργείς” από την Κατερίνα Στανίση. Και εκεί τελείωνε. H Οdeon όμως θεώρησε το φινάλε αντιεμπορικό και μετά τις δύο πρώτες εβδομάδες ο Σταύρος ξαναέκανε το μοντάζ.

Η Κατερίνα Τσιώλη τραγουδά με φόντο σκηνή του "Ας Περιμένουν οι Γυναίκες" Προσωπικό αρχείο Κατερίνας Τσιώλη

Ο Σταύρος συμφωνούσε μ’ αυτό;

Κάποιες φορές πρέπει να συμφωνείς με τον παραγωγό αλλά η ιστορία έχει και συνέχεια. Σε προβολή που ο Σταύρος έβλεπε την ταινία μαζί με κόσμο, στην Ααβόρα, προβλήθηκε το φινάλε της Θάσου. Είχε τηλεφωνήσει η Πέγκυ, που είχε το σινεμά, για την κόπια και από το Κέντρο είχαν κάνει λάθος. Έστειλαν την κόπια μηδέν με το πρώτο φινάλε που η ταινία δεν τελειώνει στο πλάνο του Μπουλά και συνεχίζεται. Γύρισαν όλα κεφαλάκια προς το μέρος μας, που καθόμασταν στον εξώστη. “Τι έγινε κύριε Σταύρο;” Δεν ξέρω ρε παιδιά, το είχα ξεχάσει αυτό το φινάλε”. Πετάγομαι εγώ και λέω “να κάνουμε ψηφοφορία, ποιο φινάλε σας αρέσει”. Και ψήφισαν το κομμένο! Και τώρα όποτε έχουμε προβολές ζητούν πάντα αυτό το φινάλε”.

Γιατί ο πατέρας σου εμπιστευόταν τόσο πολύ τον Μπακιρτζή, που δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός; Γιατί γενικά χρησιμοποιούσε ερασιτέχνες ηθοποιούς;

“Ο πατέρας μου τους αγαπούσε πολύ τους ηθοποιούς. Την “Μία τόσο μακρινή απουσία” την γύρισε με καστ που περιείχε μόνο επαγγελματίες ηθοποιούς. Έρχεται μετά το “Σχετικά με τον Βασίλη” που είναι μία εντελώς αυτοβιογραφική ταινία. Ήταν να παίξει σ’ αυτή ο Νικήτας ο Τσακίρογλου. Θα το πω αυτό και θέλω να του ζητήσω και συγγνώμη εκ μέρους του πατέρα μου. Ήρθε ο Νικήτας τότε στο σπίτι μας να κάνουμε μία πρόβα μίας σκηνής. Οσο προετοιμάζαμε τα φώτα κτλ, ο Νικήτας διάβαζε “Αθλητική Ηχώ”. Απορούσαμε για το πότε θα συνδεθεί μ’ αυτό που κάνουμε. Γυρίσαμε όμως το πλάνο και ο άνθρωπος ήταν ογκόλιθος. Τότε, ο Σταύρος πήγε στην κουζίνα, έπιασε το κεφάλι του και φαινόταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Τον ρωτήσαμε “τι συμβαίνει, μα αφού ήταν καταπληκτικός”. Και μας είπε ότι αυτό είναι ακριβώς το πρόβλημα. “Εγω δεν θέλω έναν άνθρωπο με αυτή τη στιβαρότητα, δεν είναι αυτός ο χαρακτήρας”. Αναγκαστήκαμε τότε να πούμε στον Νικήτα ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε, ο Σταύρος του είπε “Νικήτα μου, όταν θα δεις την ταινία θα με συγχωρέσεις”. Και την κάναμε με τον Τάσο Δενέγκρη, τον ποιητή.

H ιστορία της τρίτης ταινίας (σσ Ακατακίνητοι Εραστές) ήταν η ιστορία ενός παιδιού που το σκάει από το ορφανοτροφείο και πηγαίνει στο χωριό να βρει τη γιαγιά του. Τον πιτσιρικά τον εντοπίσαμε στο χωριό Αδάμι σ’ έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Ψάχναμε στα χωριά να βρούμε ένα μικρό. Εμπιστευτήκαμε πάλι την Αρκαδία, εκεί νιώθαμε ασφάλεια, που να πηγαίναμε; Ήμουν εγώ και ο Σταύρος. Μας είπαν ότι εφόσον θέλετε να βρείτε αγόρια, πρέπει να πάτε σ’ έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Την Κυριακή παίζει το Αδάμι με την Παλαιά Επίδαυρο. Πήγαμε. Εντόπισα μία φιγούρα ενδιαφέρουσα, ένα κοντό, χοντρό παιδί με μεγάλη κεφάλα το οποίο γυρνούσε γύρω-γύρω όλο το γήπεδο κάνοντας νοήματα με φοβερή αγωνία. Τον πλησίασα, ήταν ένα χρόνο μικρότερος από μένα. Δύσκολο όμως να μιλήσει σε κορίτσι. Μέσω του προπονητή ειδοποιήσαμε την οικογένειά του ότι θα περάσουμε από το σπίτι τους γιατί θέλουμε κάτι να τους πούμε.

Οι γονείς τσοπάνηδες, τα πρόβατα έξω από το σπίτι. Μπήκαμε μέσα, μας υποδέχθηκαν. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή και έπαιζε Τόλμη και Γοητεία. Ριτζ, Καρολαϊν κτλ. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξεκινήσει η συζήτηση πριν τελειώσει το επεισόδιο. Καθίσαμε ήσυχα-ήσυχα, έφτιαξαν στον Σταύρο έναν καφέ, σ’ εμένα έφεραν γάλα από τις κατσίκες. Είδαμε το επεισόδιο, έσπασε ο πάγος και έτσι πήραμε τον Τάσο, Τάσο το έλεγαν το παιδί. Για το γυναικείο ρόλο, προσπαθήσαμε με ερασιτέχνη ηθοποιό η οποία όμως δεν έγραφε καλά και έτσι πήραμε την Όλια την Λαζαρίδου”.

 

Πηγή: news247

«Ας περιμένουν οι γυναίκες» – Από τη μεγάλη οθόνη στο χαρτί

Η ταινία του Σταύρου Τσιώλη ζωντανεύει ξανά σε κόμικ, συνδυάζοντας χιούμορ, νοσταλγία, μοντέρνα αισθητική και φόρο τιμής δημιουργο

 

Ένα από τα πιο αγαπημένα έργα του Σταύρου Τσιώλη, η ταινία «Ας περιμένουν οι γυναίκες» (1998), περνάει για πρώτη φορά στον κόσμο των κόμικς. Η χαρακτηριστική ιστορία τριών ανδρών που αποφασίζουν να παρατήσουν τις οικογένειες και τις υποχρεώσεις τους για ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες, έρχεται ξανά στο προσκήνιο μέσα από τη ματιά δύο δημιουργών της ελληνικής κόμικ σκηνής.

Το σχέδιο ανήκει στον Σταύρο Κιουτσιούκη, που με το λιτό αλλά εκφραστικό του στυλ αποτυπώνει με χιούμορ τους ήρωες της ταινίας. Το χρώμα υπογράφει ο Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, ο οποίος δίνει μια μοντέρνα αισθητική στην εικονογράφηση, διατηρώντας παράλληλα τον ρετρό αέρα της ιστορίας.

H πρώτη παρουσίαση του κόμικ θα γίνει στο Chaniartoon – International Comic & Animation Festival, ένα φεστιβάλ που τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να γίνει σημείο αναφοράς για τους φίλους του κόμικ και της animation στην Ελλάδα.

Η επιλογή της συγκεκριμένης ταινίας μόνο τυχαία δεν είναι. Ο Σταύρος Τσιώλης υπήρξε ένας σκηνοθέτης που με το μοναδικό του ύφος κατέγραψε με χιούμορ και τρυφερότητα την ελληνική καθημερινότητα. Η μεταφορά της ταινίας σε κόμικ λειτουργεί ως φόρος τιμής, αλλά και ως μια ευκαιρία να έρθει σε επαφή ένα νεότερο κοινό με το έργο του.

ADVERTISING

Οι πρώτες εικόνες που κυκλοφόρησαν ήδη δείχνουν πως η διασκευή καταφέρνει να διατηρήσει την αμεσότητα και την απλότητα του Τσιώλη, μέσα από το βλέμμα της σύγχρονης ελληνικής κόμικ σκηνής.

Πηγή: rosa.gr

«Ας περιμένουν οι γυναίκες» αναβιώνει… σε κόμικ

Το έργο του Σταύρου Τσιώλη «Ας περιμένουν οι γυναίκες» (1998), μια από τις πιο χαρακτηριστικές κωμωδίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, αποκτά νέα μορφή μέσα από τις σελίδες κόμικ. Τα σχέδια έχει επιμεληθεί ο Σταύρος Κιουτσιούκης, ενώ τα χρώματα ανήκουν στον Κλήμη Κεραμιτσόπουλο. Η μεταφορά αποτυπώνει με σύγχρονη εικονογραφία την ατμόσφαιρα και το χιούμορ της ταινίας, δίνοντας νέα διάσταση στην ιστορία των τριών φίλων που ξεκινούν ένα αλλόκοτο ταξίδι.

Η κυκλοφορία θα γίνει από τις εκδόσεις Chaniartoon Press.

Ανακαλύψτε και άλλα
Music
Φορητά ηχεία
Μουσική

Η πρώτη παρουσίαση του κόμικ θα πραγματοποιηθεί στο Chaniartoon International Comic & Animation Festival, ένα θεσμό που έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια στα Χανιά και επικεντρώνεται στην τέχνη των κόμικς, του animation και των εικαστικών τεχνών. Το φεστιβάλ, που φιλοξενεί εκθέσεις, masterclasses και προβολές, θα αποτελέσει το πλαίσιο όπου το κοινό θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τη νέα έκδοση και να συνομιλήσει με τους δημιουργούς.

Η ταινία του Σταύρου Τσιώλη, που πρωτοπροβλήθηκε το 1998, ακολουθεί τρεις μπατζανάκηδες (Γιάννη Ζουγανέλη, και Σάκη Μπουλά) σε ένα απρόσμενο καλοκαιρινό ταξίδι γεμάτο περιπέτειες γύρω από τη λίμνη Βόλβη, την ώρα που οι οικογένειές τους τους περιμένουν στη Θάσο. Με χαρακτηριστικούς σουρεαλιστικούς διαλόγους, απλότητα και χιούμορ, ο Τσιώλης δημιούργησε μια ταινία που θεωρείται ντοκουμέντο της δεκαετίας του ’90 και παραμένει σημείο αναφοράς στην ελληνική κινηματογραφική και κοινωνική κουλτούρα.

Με τη μεταφορά σε κόμικ, το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» συναντά νέες γενιές θεατών και αναγνώστες, αποδεικνύοντας τη διαχρονικότητα και τη ζωντάνια του έργου.

Πηγή: geekdom.gr

«Ας περιμένουν οι Γυναίκες»: Η αγαπημένη ταινία του Σταύρου Τσιώλη μεταφέρεται σε κόμικς

Τα κείμενα του βιβλίου υπογράφουν οι: Κατερίνα Τσιώλη, Αργύρης Μπακιρτζής, Γιάννης Ζουγανέλη, Αντώνης Καρπετόπουλος.

Το κόμικς θα κυκλοφορήσει και παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο 9o Chaniartoon – International Comic & Animation Festival (20-28 Σεπτεμβρίου) στα Χανιά. Μετά την παρουσίαση θα ακολουθήσει συναυλία του Babis Batmanidis Co\m/pany.

Αν δεν θες να χάσεις την πρώτη έκδοση του Ας περιμένουν οι γυναίκες σε κόμικς, κάνε την προπαραγγελία σου από το Comixadiko ή από το μερτσαντάδιο του Κιουτσιούκη. Οι αποστολές των προπαραγγελιών θα σταλούν με προτεραιότητα, αμέσως μετά το φεστιβάλ, στις 29 Σεπτεμβρίου.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ύμνος στη ζωή.
Αποθέωση στο ελληνικό καλοκαίρι
Και στους ανθρώπους του μόχθου.

Ανεκπλήρωτοι έρωτες και πίστη στη ζωή.

Προσμονές
Αναβολές
Με ήχους και μουσικές
Η βόρεια Ελλάδα βρίσκει έκφραση.
Η κωμικότητα απαντά στην πολιτική.

Εδώ το σινεμά
Γίνεται τέχνη.

Όλα ποίηση του Σταύρου Τσιώλη

Γ. Ζουγανέλης

Πηγή: ελculture

Ο Σταύρος Κουτσιούκης σχεδίασε το Ας Περιμένουν οι Γυναίκες του Τσιώλη: ο ορισμός του κόμικς, κυρία μου!

«Τώρα που ακούσαμε την ιστορία του μπαμπά σας, θα ψηφίζουμε όλοι ΠΑΣΟΚ, έτσι Αρχοντούλα;»Σταύρος Κουτσιούκης

 

Ας Περιμένουν οι Γυναίκες: Η ταινία του Σταύρου Τσιώλη έγινε κόμικς από τον Σταύρο Κουτσιούκη και τον Κλήμη Κεραμιτσόπουλο και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Chaniartoon Press

Πολλά χρόνια πριν σκάσει στη σκηνή, χρόνια που πλέον τα θυμάται σαν αναμνήσεις από μια άλλη, προηγούμενη ζωή, ο Σταύρος Κουτσιούκης διατηρούσε φαρμακείο στην Αρέθουσα. Μια πεντάρα χρόνια έκανε τον φαρμακοποιό με την άσπρη ποδιά, μέχρι να μπουχτήσει και να τραβήξει άλλη ρότα. Ξεκινώ τα σχετικά με το άλμπουμ που σχεδίασε, το «Ας περιμένουν οι γυναίκες», επειδή η Αρέθουσα βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τις δύο Βόλβες. Όπως και από τη Ρεντίνα με τα κομάντα, την Ασπροβάλτα που τις ξάστερες μέρες αντικρίζει τη Θάσο κατάματα, τον Σταυρό, τα Κερδύλια και όλα τα «χιλιόμετρα» που έκοψαν στο πανί οι ήρωες της μυθικής ταινίας του Σταύρου Τσιώλη. Σε σενάριο του Τσιώλη και δικό του, ο Κουτσιούκης, είκοσι χρόνια στη σκηνή και με δεκάδες εκδόσεις στο ενεργητικό του, φιλοτέχνησε ένα άλμπουμ 160 σελίδων, εγχρωματισμένο σπέσιαλ από τον Κλήμη Κεραμιτσόπουλο και φυσικά υπό την εποπτεία της κόρης του Τσιώλη, Κατερίνας. 

 

Σταύρος Κουτσιούκης - Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, Ας περιμένουν οι γυναίκες

Ο Κλήμης ζει στη Δράμα, κάτι που σημαίνει πως οι δυο δημιουργοί, Κουτσιούκης και Κεραμιτσόπουλος, έφεραν εις πέρας το έργο γνωρίζοντας τα κατατόπια βιωματικά. Δεν είναι λίγοι οι Θεσσαλονικείς που πηγαινοέρχονται τα καλοκαίρια στον Σταυρό, την Ασπροβάλτα και την Ολυμπιάδα για παραθερισμό, όπως επίσης και δεν υφίσταται ξενιτεμένος Δραμινός, Σερραίος, Καβαλιώτης, Θρακιώτης ή Εβρίτης που να επισκέπτεται τον γενέθλιο τόπο και να μην ξέρει από έξω και ανακατωτά τα μέρη είτε ταξιδεύει με ΚΤΕΛ είτε μαρσάρει με ταχύτητες δικές του. Παρότι όταν ταξιδεύω για την Ξάνθη, η Νέα Εγνατία έχει παρακάμψει την παλιά διαδρομή με τα αγριογούρουνα στη Γερακαρού, τα γριβάδια της Μικρής Βόλβης και τα θερμά λουτρά της Απολλωνίας, πάντα νοσταλγώ τα ρυζόγαλα του εστιατορίου Κυανή Ακτή. 

Σταύρος Κουτσιούκης - Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, Ας περιμένουν οι γυναίκες

 

Τώρα: Για την ταινία του Τσιώλη με συνσεναριογράφο τον Χρήστο Βακαλόπουλο και δύναμη κρούσης τους Ζουγανέλη, Μπουλά, Μπακιρτζή, την κυρία Αρχοντούλα και όλους τους υπέροχους ντόπιους που έπαιξαν τον εαυτό τους, γράφτηκαν πολλά, διάφορα, θαυμάσια και… «Κλυταιμνήστρα ουουου»! Το φιλμ αποτελεί μια πατριδογνωσία Βορείου και Νοτίου Ελλάδος, ΠΑΟΚ, ΠΑΣΟΚ, κουμπαριές, λαμογιές, μικροαστικά όνειρα, φραπέδες, ρουλέτες, ουίσκια, πολιτικά συνέδρια, καψούρες σαν τους κεραυνούς και… «Ο κύριος Πάνος προτιμά κύριο Μελά, κύριο Σφανακιάκη, κύριο Καρρά. Διότι του συνέβη κάτι που επέδρασε στην ψυχή του». Ή το γκουρμεκλίδικο «Σκατά ψητά με μουστάρδα, αυτό τρώμε». 

Σταύρος Κουτσιούκης - Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, Ας περιμένουν οι γυναίκες

Με τον Κουτσιούκη ανταμώνουμε πρωί, στα ψηλά της Ολύμπου. Μοιραζόμαστε έναν καφέ και ενώ τον φωτογραφίζω μιλάμε ταυτόχρονα για το εγχείρημα: «Δεν είναι μόνο τα χρόνια της Αρέθουσας ή το ότι, ούτως ή άλλως, ήμουν μέγας φαν της ταινίας. Θυμάσαι τη σκηνή που ο Ζουγανέλης και ο Μπακιρτζής ξεκινούν να πάνε για να βρούνε τον Πάνο και βάζουν μπρος από τη Ραμόνα; Ε, η περιοχή μού είναι απολύτως οικεία, γιατί εδώ είχε συνεργείο ο πατέρας μου». Ραμόνα αποκαλούν οι παλιοί Θεσσαλονικείς την περιοχή πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό με τα συνεργεία και τα βουλκανιζατέρ που ευδοκιμούσαν και συνεχίζουν να υφίστανται στο συγκεκριμένο σημείο. Από εδώ ξεκινά η δράση και τα «Η Θεσσαλονίκη πρέπει να ανοίξει τελωνείο. Τι γράφει το διαβατήριό σου, κύριε; Λακωνία; Δεν μπαίνεις! Δεν μπαίνεις!» / «Μην ανησυχείτε για τον συγγενή σας, παρουσιάζει μια διαταραχή ελέγχου των παρορμήσεων». 

Σταύρος Κουτσιούκης - Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, Ας περιμένουν οι γυναίκες

Advertisement

Το άλμπουμ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Chaniartoon Press και μαθηματικά θα σκοράρει την ίδια επιτυχία με τον Μπάμπη Μπατμανίδη και την BBC κομπανία του. Στα «Ας περιμένουν…» live τους μεταδίδεται η ταινία στο πανί και, όπου σκάνε τραγούδια, σταματούν τα καρέ και παίζεται το σάουντρακ ζωντανά, ενώπιων πλήθους που ξέρει τις ατάκες απέξω και ανακατωτά: «Αυτός ο άνθρωπος κρατάει γυναίκα, τρία παιδιά, γέρο πατέρα, άρρωστη μάνα, εμένα, τους φίλους του, τον ΠΑΟΚ. Και η ζωή πώς τον πληρώνει; Με ψίχουλα» / «Είμαστε καλοί, δεν θέλουμε το κακό κανενός και μας πατάνε όλοι. Μετανιώνω… Όχι, δε φταις εσύ…Πληρώνω τα λάθη μου…Φταίει η ζωή που μας στήνει παγίδες» / «Σουηδέζες από 15 μέχρι 18. Από το βυζί της μάνας τους κατευθείαν στην κατανάλωση». «Ήταν πέναλντι, κύριε Πάνο; Ο ορισμός του πέναλντι κυρία μου» / «Λοιπόν, σκέψου πρώτα, κατάλαβε, και μετά λες ότι δεν καταλαβαίνω». 

Σταύρος Κουτσιούκης - Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, Ας περιμένουν οι γυναίκες

Kioutsioukis.gr: για όσους/όσες/όσα επιθυμούν να παραγγείλουν το άλμπουμ, αλλά και να τσεκάρουν τον σούπερ σέξι, βιτριολικό, τρυφερά βάνδαλο και έξοχο κόσμο του Σταύρου. 

Πηγή: Athens Voice

Ας Περιμένουν οι Γυναίκες – Ήταν καλή διασκευή κύριε Πάνο;

Πόσο σημαντικός είναι ο Τσιώλης για εσάς; Ναι.

Δεν είναι κάτι κρυφό πως λατρεύουμε το ήρεμο, στοχαστικό και βαθιά ανθρώπινο σύμπαν του Σταύρου Τσιώλη θεατρικό αλλά κυρίως κινηματογραφικό. Και η αγάπη μας αυτή φτάνει πολύ πέρα από την ατακολογία των viral σκηνών. Όχι, αγαπάμε τον Σταύρο Τσιώλη για τη βαθύτερη και γλυκιά ματιά που έδειξε στην (κατά βάση ανδρική) ψυχολογία. 

Για τη χωρίς κρίσεις  απεικόνιση της και τη διάθεση να τη συζητήσει σε ένα πλαίσιο το οποίο, χωρίς να βγαίνει από τη καθημερινότητα, καταφέρνει να της δίνει ένα νέο φως. Τον αγαπάμε για τη μαγεία με την οποία εμπότισε τα ελληνικά road trips και την ανάδειξη του μυστηρίου της φύσης μέσα στις ζωές μας.

Χρειαζόταν μία ακόμα διασκευή;

Χωρίς λοιπόν να είναι η καλύτερη ταινία του (ο τίτλος αυτός θα δινόταν κατά πάσα πιθανότητα στο Έρωτας στη Χουρμαδιά ή ίσως στο Παρακαλώ, Γυναίκες, μην Κλαίτε, ανάλογα την περίοδο την οποία ρωτάτε τον υποφαινόμενο και την ψυχολογική του κατάσταση), το Ας Περιμένουν οι Γυναίκες έγινε αναμφισβήτητα η πιο δημοφιλής του ταινία, κερδίζοντας γενιές πια φανατικών θεατών που μπορούν να αφηγηθούν όλους τους διαλόγους απέξω. Έχουμε δει λοιπόν την ταινία πολλές φορές στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση (και ας πιστεύουμε ως θέση αρχή πως η σωστή της θέαση γίνεται στα 240p), έχουμε δει θεατρικές διασκευές, μουσικό-κινηματογραφικές, μουσικές σκέτο και γενικά έχουμε κοιτάξει την ταινία με κάθε πιθανό τρόπο.

Όταν λοιπόν ανακοινώθηκε πως θα ερχόταν και μια κόμικ διασκευή της ταινίας, ήμασταν κάπως σκεπτικοί. Αφενός θεωρήθηκε δύσκολο να μεταφερθεί αυτή η μαγική και αιθέρια ατμόσφαιρα που είχε η ταινία στο χαρτί και αφετέρου μια δυσπιστία για το τι ακόμα μπορούσε να προσφέρει ένα τέτοιο εγχείρημα σε μια ταινία που είχαμε δει τουλάχιστον τριψήφιο αριθμό φορών. Με λίγα λόγια, το καλάθι των προσδοκιών ήταν μικρό. Δεν έκλεινε εντελώς βέβαια, γιατί στο έργο ήταν προσκολλημένο το όνομα του Σταύρου Κιουτσικούκη, που εκτός από γνωστός μας και πολύ αγαπητός δημιουργός, είναι και βέρος Θεσσαλονικιός, επομένως έχει την ταινία και το νόημα της στο DNA του.

Όταν χαίρεσαι που έχεις άδικο!

Ωστόσο,  από τη στιγμή λοιπόν που πήραμε στα χέρια μας το κόμικ και το διαβάσαμε, μπορούμε να πούμε ότι ήταν από τις φορές που χαρήκαμε πάρα πολύ που διαψευστήκαμε. Οι δημιουργοί (Σταύρος Κιουτσιούκης στο σχέδιο και την διασκευή του σεναρίου, μαζί με τους Μάριο Ιωαννίδη και Κατερίνα Νανούρη αλλά και τον Κλήμη Κεραμιτσόπουλο στο χρώμα) και, κατανοώντας απολύτως το έργο, τη θεματολογία του, τις αντικρουόμενες δυναμικές και την ακατάβλητη αγάπη για τη ζωή, ακόμα και στο πρόσωπο της αποτυχίας και της μικροαστικής μιζέριας, καταφέρνουν και μας το προσφέρουν ξανά, τόσο φρέσκο όσο την πρώτη φορά που το είδαμε

Το Ας Περιμένουν οι Γυναίκες στην 9η Τέχνη

Η κόμικ διασκευή λοιπόν, ξαναμοντάρει την ταινία και μας τη φέρνει στο χαρτί με έναν τρόπο που μόνη 9η Τέχνη θα μπορούσε να αξιοποιήσει. η εισαγωγή, ανά στιγμών, μιας εξωταινιακής αφήγησης στην οποία αφήνεται, ανά στιγμές, η περιγραφή του χρόνου και του τόπου, ένα δηλαδή κατεξοχήν στοιχείο των κόμικ, όχι μόνο δε στερεί κάτι από την εξιστόρηση, αλλά διατηρεί και πιο δεμένο τον ρυθμό. Το κόμικ τον διατηρεί αναλλοίωτο, στακάτο, δίνοντας έμφαση στο γλυκό και οικείο σχέδιο του Κιουτσιούκη, και ταυτόχρονα αναδεικνύει ένα νέο επίπεδό τόσο του λόγου, ο οποίος έχει διατηρηθεί στη συντριπτική πλειοψηφία του κειμένου, όσο και των σκηνών και, κυρίως, των αντιδράσεων των 3 πρωταγωνιστών, του οξύθυμου Πάνου, του ράθυμου Μιχάλη και του Πασόκου Αντώνη. Καταφέρνει και κάνει δικούς του τους χαρακτήρες, χωρίς παράλληλα να τους στερεί από την εικόνα που έχουμε για αυτός, κάνοντας τη διασκευή να θυμίζει περισσότερο ένα homage αγάπης στο έργο του Πελοποννήσιου σκηνοθέτη

Όσα δεν έδειξαν οι κάμερες...

Επιπλέον, η επιλογή να εικονοποιηθούν αρκετές σκηνές από τις (απίστευτες και όμως τόσο βαθιά και ρεαλιστικά βαλκάνιες) ιστορίες των 3 πρωταγωνιστών που τις χρησιμοποιούν άλλοτε ως όπλα στις μεταξύ τους διαφωνίες, άλλοτε ως διδαχές και άλλοτε ως δηκτικές συμβουλές, πάντοτε όμως με μια τεράστια αίσθηση του Εγώ, καταφέρνει και δημιουργεί ταυτόχρονα τόσο μια ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού όσο, και πιο κομβικά, μια αίσθηση ενός κοινά βιωμένου κόσμου. Έτσι, γενικεύει την πεποίθηση ότι αυτή η ιστορία, σε όποια μορφή και να είναι, καταφέρνει να αγγίζει στο βάθος της τις κοινές μας καταβολές, όσο στραβές και αν είναι αυτές, ή μάλλον, επειδή είναι στραβές. Τη μέρα που το Ας Περιμένουν οι Γυναίκες δε θα είναι επίκαιρο, θα είναι μια μέρα που η κοινωνία που ζούμε θα είναι διαφορετική. Και αυτή η μέρα δεν έχει έρθει ακόμα.

Χρώμα και μαγεία

Παράλληλα, είναι απαραίτητο να σημειωθεί και να επαινεθεί το χρώμα του Κλήμη Κεραμιτσόπουλου, το οποίο καταφέρνει και όχι απλά τονίζει τη φρεσκάδα της ιστορίας, αλλά να την εξαίρει παρά τα σχεδόν 30 χρόνια που μας χωρίζουν από αυτή. Παίζοντας, σε απόλυτη αρμονία με τις σκιάσεις του σχεδίου, το χρώμα διατηρεί αυτή την επιμάγευση που υπάρχει και στην ταινία, το βάθος και την τρυφερότητα της.

Μια έκδοση με απ' όλα

Επιπρόσθετα, αξίζει να σημειωθεί ότι η έκδοση της Chaniartoon Press
για το έργο είναι ιδιαίτερα προσεγμένη, σε ένα χορταστικό μέγεθος και ποιότητα, με 2 προλόγους, από συντελεστές της ταινίας, της κόρης του Σταύρου, επίσης σκηνοθέτιδας, Κατερίνας Τσιώλη αλλά και του σπουδαίου Αργύρη Μπακιρτζή, του θείου Αργύρη μας, όπως επίσης και του Αντώνη Καρπετόπολου. Τέλος, για τους πιο μυημένους, υπάρχει, πλήρως σχεδιασμένο και χρωματισμένο, το «μυστικό» τέλος της ταινίας, στις τελευταίες σελίδες! Είναι δηλαδή μια έκδοση που πρέπει να υπάρχει στο σπίτι κάθε Τσιωλικού…

Kαι για όλα!

Επιλογικά, το Ας Περιμένουν οι Γυναίκες είναι, πολύ απλά, ένα από τα καλύτερα κόμικ που κρατήσαμε φέτος στα χέρια μας. Όχι μόνο επειδή αγαπάμε τον Τσιώλη, αλλά επειδή καταφέρνει και περνάει ατόφιο και αναβαθμισμένο το νόημά του μέσα από τις σελίδες του. Ακόμα και αν κάποιος δεν έχει δει ποτέ του την ταινία ή ακούσει τις ατάκες μπορεί (αφού βγει από τη σπηλιά στην οποία ζει) να θαυμάσει την τρυφερότητα του έργου και να κατανοήσει το γιατί είναι τόσο δημοφιλής. Επίσης, είναι ένα καταπληκτικό δώρο τόσο για μυημένους όσο και μη, για να καταλάβουν επιτέλους το αν ήταν ή όχι πέναλτι…

 

Πηγή: smassing culture

Το “Ας περιμένουν οι γυναίκες” γίνεται κόμικς

Η ταινία του Σταύρου Τσιώλη “Ας περιµένουν οι γυναίκες” είναι γνωστή στους περισσότερους φίλους του κινηµατογράφου. Ακόµα και αν κάποιος δεν την έχει δει, σίγουρα έχει ακούσει κάποιες από τις διάσηµες ατάκες της, όπως το “Ο ορισµός του πέναλτι κυρία µου!” ή το “Γιατί οι άνθρωποι δεν συγχωρούν όσους από έρωτα εκπέσανε”.

Η ταινία κυκλοφόρησε το 1998 και αφορά δύο µπατζανάκια, τον Πάνο και τον Μιχάλη (που στην ταινία ενσαρκώνουν ο Γιάννης Ζουγανέλης και ο Αργύρης Μπακιρτζής αντίστοιχα), οι οποίοι ξεκινάνε ένα ταξίδι για την Θάσο, µε σκοπό να βρουν τις οικογένειές τους που βρίσκονται ήδη εκεί διακοπές. Στο ταξίδι τους συναντάνε µια κοπέλα, που ο Πάνος ερωτεύεται και τον οδηγεί στο να καταρρεύσει ψυχολογικά. Στην πορεία θα τους βρει και ο τρίτος µπατζανάκης, ο Αντώνης (Σάκης Μπουλάς), ο οποίος δηµιουργεί επιπλέον εντάσεις. Ουσιαστικά πρόκειται για µια ελληνική ταινία road movie, η οποία καταφέρνει να σατιρίσει όλη την ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ΄90, η οποία παραµένει αναλλοίωτη έως και σήµερα, αλλά και την ψυχολογία του νεοέλληνα µε ό,τι εµπεριέχει αυτή η λέξη µέσα της.
Η ταινία προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις. Στην πρώτη θέασή της, µπορεί να κανείς να απολαύσει τις εξαιρετικές ερµηνείες των ηρώων και τις σπαρταριστές ατάκες. Αλλά η ταινία δεν είναι απλά µια κωµωδία. Πίσω από τους ήρωες κρύβεται η βαθιά ριζωµένη ψυχολογία του νεοέλληνα, που θέλει να βγει από πάνω. Ονειρεύεται τη µεγάλη ζωή που θα αποκτήσει, όσο το δυνατόν χωρίς κόπο, σπάζοντας τις όποιες συµβάσεις έχει κάνει στο µυαλό του. Παράλληλα αποτελεί µια πολιτική ταινία, καθώς ξεγυµνώνει όλο το πολιτικό σύστηµα της εποχής, το οποίο παραµένει µέχρι και σήµερα ίδιο. Σε κάθε θέαση της ταινίας, µπορείς να ανακαλύψεις και ένα καινούριο µυστικό της, το οποίο θα σε εκπλήξει τόσο πολύ που θα αναρωτιέσαι πως δεν το είχες προσέξει την πρώτη φορά.

Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ

Την ταινία αυτή αποφάσισαν να µεταφέρουν στο χαρτί οι εκδόσεις Chaniartoon Press. Μια προσαρµογή του σεναρίου, που δίνει µια άλλη πνοή στην ταινία. Γιατί τα έργα τέχνης, όταν τα αγιοποιούµε και τα κλείνουµε σε “στεγανά” και σε µουσεία, χάνουν την φρεσκάδα τους και τη δυναµική τους. Η τέχνη εµπνέει και εξελίσσεται. Όπως χαρακτηριστικά γράφει και ο Αντώνης Καρπετόπουλος σε ένα κείµενο που εµπεριέχεται στην συγκεκριµένη έκδοση: «Ο Τσιώλης έχει αφήσει µια εµπνευσµένη ταινία που µπορεί να λειτουργεί ως έµπνευση γιατί περιέχει το ίδιο το φως της έµπνευσης του δηµιουργού της. Θα ήταν πιστεύω χαρούµενος αν ξεφύλλιζε το άλµπουµ γιατί ήταν δηµιουργός. Κι ο δηµιουργός χαίρεται όταν βλέπει ότι τα φώτα που έδωσε αξιοποιήθηκαν από επίγονους που κατάφεραν χάρη σε αυτά να βρουν δρόµους…».
Το αποτέλεσµα είναι µαγικό. Οι δηµιουργοί καταφέρνουν να διατηρήσουν την ατµόσφαιρα της ταινίας, αλλά ταυτόχρονα, εκµεταλλευόµενοι τις δυνατότητες του µέσου, να προσθέσουν µια επιπλέον σκηνοθετική και οπτική διάσταση.

Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Στο φετινό Chaniartoon, οι εκδόσεις Chaniartoon Press θα παρουσιάσουν την µεταφορά της ταινίας του Σταύρου Τσιώλη σε κόµικς, µε το σκίτσο του Σταύρου Κιουτσιούκη και το χρώµα του Κλήµη Κεραµιτσόπουλου. Έτσι κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ θα υπάρξει µια µεγάλη έκθεση αφιερωµένη στο κόµικς, ενώ η παρουσίαση του θα γίνει την Παρασκευή 26 Σεπτεµβρίου στις 20.00. Στο πάνελ θα βρίσκονται οι δηµιουργοί αλλά και η κόρη του σκηνοθέτη, Κατερίνα Τσιώλη. Αµέσως µετά την παρουσίαση θα ακολουθήσει η συναυλία του Μπάµπη Μπατµανίδη αφιερωµένη στην ταινία, στην οποία προβάλλεται ολόκληρη η ταινία, ενώ η µπάντα ερµηνεύει όλα της τα τραγούδια ζωντανά.
Το κόµικς θα κάνει την πρώτη του εµφάνιση στο φετινό Chaniartoon, αλλά υπάρχει η δυνατότητα προπαραγγελίας στο: comixadiko.gr/as-perimenoun-oi-gynaikes

Πηγή: Χανιώτικα Νέα

Η Προφητεία του Αρμαντίλλο

Μπορεί το ευρύ κοινό να έμαθε το όνομα του Zerocalcare, κατά κόσμο Michele Rech, χάρη στις σειρές κινουμένων σχεδίων του Netflix, Tear Along the Dotted Line (2021) και This World Can’t Tear Me Down (2023), ωστόσο ο δημιουργός από τη Ρεμπίμπια της Ρώμης είχε κάνει την εντυπωσιακή εμφάνισή του στην ιταλική σκηνή των κόμικς ήδη από το 2011, όταν κυκλοφόρησε την Προφητεία του Αρμαντίλλο σε μορφή αυτοέκδοσης. Τα πρώτα 500 αντίτυπα εξαφανίστηκαν εν ριπή οφθαλμού, υποχρεώνοντας τον δημιουργό της σε άλλες δέκα ανατυπώσεις. Την επόμενη χρονιά, το κόμικ επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bao Publishing, αυτή τη φορά σε έγχρωμη εκδοχή, κερδίζοντας το βραβείο Gran Guinigi στο μεγαλύτερο φεστιβάλ κόμικς της Ιταλίας, το Lucca Comics & Games. Πλέον, το όνομά του θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα της ανεξάρτητης σκηνής κόμικς και διαβάζοντας κανείς την Προφητεία του Αρμαντίλλο, η οποία κυκλοφόρησε σε μία πλούσια, σκληρόδετη έκδοση από τις DocMZ Publishing και της Chaniartoon Press, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί το γιατί.

Το κόμικ αποτελείται από δεκάδες, κυρίως αυτοτελείς ιστορίες από τη ζωή του Zerocalcare, οι οποίες ζωντανεύουν μέσα από την απολαυστικά σουρεαλιστική ματιά του. Οι εσωτερικές του σκέψεις παίρνουν την μορφή του αρμαντίλλο, με το οποίο αναπτύσσει μερικές ξεκαρδιστικές συζητήσεις, συμμαθητές που ανταγωνίζονται για το ποιος είναι περισσότερο κουλ μεταμορφώνονται σε δεινόσαυρους, ένας δραματικός μονόλογος για την ακαταστασία του σπιτιού του φιλτράρεται μέσα από χαρακτήρες του Star Wars, ενώ οι άβολες σιωπές στη διάρκεια συζητήσεων απεικονίζονται ως ρουφήχτρες που απειλούν να εξαφανίσουν τα πάντα στο πέρασμα τους.

Αναπόφευκτα, το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε παρά να είναι ξεκαρδιστικό. Ωστόσο, είναι συναρπαστικό πως ο Zerocalcare διατηρεί το χιούμορ του ακόμα και σε εκείνες τις στιγμές που το κλίμα βαραίνει∙ όταν δηλαδή επανέρχεται η θύμηση της Camille, της φίλης του που έχασε ξαφνικά, αλλά μάλλον όχι τόσο απροσδόκητα, τη ζωή της. Εκείνες τις στιγμές το χιούμορ δεν έρχεται για να απαλύνει τον πόνο, αλλά για να σου ραγίσει την καρδιά με ακόμα μεγαλύτερη ορμή, προσδίδοντας στην Προφητεία του Αρμαντίλλο μια κωμική μελαγχολία.

Ο θρήνος για τον χαμό της φίλης του διαπλέκεται με τα άγχη και τις πολιτικές διεκδικήσεις μιας ολόκληρης γενιάς, συνυφαίνοντας ένα μωσαϊκό ιστοριών γεμάτο γλυκόπικρο χιούμορ για τα όνειρα που ματαιώθηκαν απότομα, ανείπωτα μυστικά και τις κατάλληλες στιγμές που δεν ήρθαν ποτέ. Μέσα από τις σελίδες της Προφητείας του Αρμαντίλλο, ο Zerocalcare φιλτράρει τα βιώματα της γενιάς του μέσα από τα μάτια της κοινής της γλώσσας, της ποπ κουλτούρας, καταφέρνοντας να μιλήσει στην καρδιά ανθρώπων που μπορεί να μην έχουν την παραμικρή ιδέα πού στο καλό βρίσκεται η Ραμπίμπια και να μην έχουν πειστεί ακόμα πως κάπου εκεί κρύβεται ένα μαμούθ που φουσκώνει με περηφάνια τους κατοίκους της, αλλά βρίσκουν στα καρέ της και στις χαρακτηριστικές μακρόστενες και γκριζοπές -λες και έχουν χάσει κάθε θέληση για ζωή- φιγούρες του Zerocalcare κάτι από τον έφηβο και ενήλικο εαυτό τους.

Πηγή: thedirectorscut.gr

Η Προφητεία του Αρμαντίλλο – Γνωριμία με το κομιξικό σύμπαν του Zerocalcare

Η τέχνη του animation έχει κάνει άλματα την τελευταία δεκαετία. Οι Spider-verse ταινίες με τον πολύπλοκο τεχνικό και καλλιτεχνικό πειραματισμό τους αποτέλεσαν μία κορυφή για την εποχή τους και ταυτόχρονα μία νέα αφετηρία για το animation του 21ου αιώνα, ενώ σημαντική είναι και η συμβολή άλλων πρωτότυπων παραγωγών, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση του εξίσου πειραματικού Love, Death & Robots του Netflix. Παράλληλα με αυτόν τον δημιουργικό πειραματισμό στον χώρο του animation, μία απ’ τις δημοφιλέστερες σειρές του είδους των τελευταίων ετών δεν έχει ξεχωρίσει για τις τεχνικές της καινοτομίες αλλά για την σεναριακή και αφηγηματική της δύναμη. Ο λόγος για τις σειρές του Zerocalcare στο Netflix: το Tear Along the Dotted Line που έκανε την αρχή το 2021 και το This World Can’t Tear Me Down του 2023.

Το ελληνικό κοινό των κόμικς, βέβαια, ήταν υποψιασμένο το 2021, όταν είδε στην αρχική σελίδα του Netflix την γνωστή καρικατούρα – αυτοπροσωπογραφία του Zerocalcare. Τον Ιταλό δημιουργό μας είχε συστήσει μερικά χρόνια νωρίτερα, μέσα από τις σελίδες του, το περιοδικό Μπλε Κομήτης, στο οποίο είχαν δημοσιευτεί κεφάλαια από το «Kobane Calling». Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα έργα του Zerocalcare που δημιουργήθηκε με την μέθοδο της αυτοπρόσωπης παρουσίας του δημιουργού, προκειμένου να καταγράψει και να αφηγηθεί την σύγκρουση των Κούρδων της Ροζάβα με τις δυνάμεις του ISIS, ακολουθώντας την κληρονομιά του Joe Sacco, πρωτοπόρου στο είδος των δημοσιογραφικών κόμικς (Graphic Journalism ή Comics Journalism). Δυστυχώς, παρόλο που έχουν περάσει περισσότερα από πέντε χρόνια από τότε, το Kobane Calling δεν έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα σε αυτοτελή έκδοση στα ελληνικά. Αντιθέτως, μεταφράστηκαν δύο λιγότερο γνωστοί τίτλοι του δημιουργού, το «Στον Μακαρίτη Αϊ-Βασίλη» από τις εκδόσεις Polaris και το  «Το βάραθρο, η μαύρη τρύπα του νόμου 41bis» από το Ταμείο Αλληλεγγύης φυλακισμένων και διωκόμενων αγωνιστ(ρι)ών.  Εν τω μεταξύ, όμως, μετά και την τεράστια επιτυχία των σειρών του στο Netflix, ο Zerocalcare έχει εξελιχθεί σε ένα καλλιτεχνικό (και εμπορικό) φαινόμενο των ευρωπαϊκών κόμικς. Μπαίνοντας σε ένα οποιοδήποτε κομιξάδικο στη Ρώμη, στη Νάπολη και σε άλλες πόλεις της Ιταλίας, απ’ τα πρώτα πράγματα που θα παρατηρήσει σίγουρα ο/η επισκέπτης/-τρια θα είναι ένα τεράστιο σταντ με τα κόμικς του Zerocalcare που κυκλοφορούν απ’ τις εκδόσεις Bao Publishing. Τον λατρεύουν πραγματικά!

Σταντ με κόμικς του Zerocalcare από κεντρικό βιβλιοπωλείο της Ρώμης (Δεκέμβριος 2023)

Δεδομένων αυτών, αναμενόταν καιρό και στην Ελλάδα η κυκλοφορία του συνόλου των κόμικς του και φαίνεται ότι πλέον έφτασε ο καιρός και μάλιστα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Την έκδοση των έργων του ανέλαβε μία σύμπραξη δύο νεοσύστατων εκδοτικών οίκων, του Chaniartoon Press και της DocMZ Publishing, ξεκινώντας από το πρώτο ολοκληρωμένο κόμικ του, την Προφητεία του Αρμαντίλλο. Μολονότι αμφότερα είναι νέα εγχειρήματα,  οι άνθρωποι που τα τρέχουν είναι έμπειροι και φανατικοί λάτρεις των κόμικς και γι’ αυτό προσέχουν την κάθε λεπτομέρεια της έκδοσης, σαν να φτιάχνουν κόμικς όχι με γνώμονα την έκδοση που θέλουν να πουλήσουν, αλλά αυτήν που θα ήθελαν να αγόραζαν οι ίδιοι! Από την στιγμή που πιάνεις την Προφητεία του Αρμαντίλλο στα χέρια σου το καταλαβαίνεις αυτό: η σκληρόδετη έκδοση με τις γυαλιστερές λεπτομέρειες στο εξώφυλλο που δίνουν μία σπάνια αίσθηση premium έκδοσης· η γραμματοσειρά που φτιάχτηκε αποκλειστικά για την έκδοση από τον Μάριο Ιωαννίδη, βασισμένη στον γραφικό χαρακτήρα του Zerocalcare· η συνδρομή του ελληνόφωνου Τζόναθαν Τσικαρέλι στη μετάφραση του Γιάννη Ιατρού, προκειμένου να αποδοθεί με ακρίβεια η ιδιαίτερη ρωμαϊκή αργκό του πρωτότυπου· η extra ιστορία «Εννιά Χρόνια» που κυκλοφόρησε στην ιταλική Artist Edition του έργου· τα συνοδευτικά κείμενα (η εισαγωγή, το χρονογράφημα, η εργοβιογραφία και η αποκλειστική συνέντευξη του δημιουργού). Τα πάντα μαρτυρούν ότι πρόκειται για μία έκδοση που σέβεται το αναγνωστικό της κοινό στον απόλυτο βαθμό, ανεβάζοντας τον πήχη για το σύνολο της εκδοτικής σκηνής, στην οποία δεν λείπουν οι τσαπατσουλιές, όχι τόσο από τις μικρότερες εκδοτικές, αλλά από τα μεγάλα brands που προσπαθούν να μειώσουν τα κόστη της έκδοσης εις βάρος των ίδιων των έργων τους.

Γιατί να διαβάσει, όμως, κανείς την Προφητεία του Αρμαντίλλο εάν έχει δει το Tear Along the Dotted Line στο Netflix; Η ερώτηση τίθεται πια αντανακλαστικά σε μία εποχή που κυριαρχεί η συνεχής ροή εικόνων -κυρίως από τα social media, στην πιο διασπαστική εκδοχή τους μάλιστα, δηλαδή του TikTok και των reels του Instagram- ενώ η ανάγνωση χάνει την πλευρά της απόλαυσης, ταυτιζόμενη κατά κανόνα με μία καταναγκαστική διαδικασία, μία υποχρέωση που επιβάλλει το τυποποιημένο και καθόλου θελκτικό εκπαιδευτικό σύστημα, όπως (κατ’ ουσίαν και όχι κατά λέξη) σχολίασε στην χθεσινή του χειμαρρώδη ομιλία στο φεστιβάλ ΛΕΑ, ο Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ. Παλαιότερα ίσως θα απαντούσαμε «γιατί το βιβλίο είναι πάντα καλύτερο από την ταινία». Όμως, αφενός αυτό το αξίωμα πλέον δεν επιβεβαιώνεται πάντοτε και αφετέρου στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πράγματα είναι αρκετά πιο περίπλοκα, καθώς ο Zerocalcare κράτησε για τον εαυτό του τον γενικό καλλιτεχνικό έλεγχο της σειράς του Netflix, με αποτέλεσμα να μας δώσει τελικά μία πολύ διαφορετική εμπειρία στη σειρά σε σχέση με το κόμικ του. Η φόρμα των κόμικς είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του animation και αυτό το γνώριζε ο ίδιος πολύ καλά, με αποτέλεσμα να επιλέξει να αφηγηθεί τον πυρήνα της ιστορίας του με διαφορετικά μέσα. Ένα σημαντικό στοιχείο, μάλιστα, που ξεχωρίζει μεταξύ κόμικ και σειράς είναι ο ρυθμός της αφήγησης: στην σειρά ο ρυθμός της σκέψης του πρωταγωνιστή ξετυλίγεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς, με στόχο να αποτυπωθεί η διαρκής νευρωτική διαταραχή του μέσω της ανεξέλεγκτης διαδοχής των σκέψεων και των εικόνων· η απόδοση της ίδιας συναισθηματικής και ψυχολογικής κατάστασης αποδίδεται στο κόμικ με διαφορετικά μέσα, με ανάλογους συνειρμούς, αλλά πιο χαμηλό τέμπο.

Το κόμικ είναι ένας τρόπος του Zerocalcare να θυμάται την φίλη του Καμίλ

Ίσως πιο ενδιαφέρον είναι το ερώτημα γιατί μας ενδιαφέρει τόσο έντονα η ιστορία ενός κομίστα στη Ρεμπίμπια, ενός προαστίου της Ρώμης περισσότερο γνωστού για την μεγάλη φυλακή της (Carcere di Rebibbia); Το ερώτημα αυτό απαντάει ο ίδιος ο δημιουργός σε ένα απόσπασμα της συνέντευξης που περιλαμβάνει η έκδοση, ως εξής: «ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής για να καταφέρεις να συντονιστείς με αυτό που διηγούμαι είναι να βιώνεις το ίδιο αίσθημα ανεπάρκειας, ίσως ανασφάλειας ή και ευθραυστότητας, που στην πραγματικότητα δεν έχει ηλικιακούς ή γεωγραφικούς περιορισμούς. Αν το ‘χεις μέσα σου, είναι κάτι που σου επιτρέπει να αναγνωρίσεις την παράνοια που βιώνει ο χαρακτήρας μου». Αυτή την συναισθηματική ταύτιση βιώνει η γενιά μας, η οποία δεν έχει μονάχα κοινό ταμπεραμέντο, λόγω γεωγραφικής εγγύτητας ή παρόμοιες πολιτισμικές αναφορές, λόγω παγκοσμιοποίησης, αλλά κυρίως το κοινό βίωμα της οικονομικής κρίσης που καταδίκασε την νεολαία στη μόνιμη εργασιακή επισφάλεια που προκάλεσε ένα αθεράπευτο αίσθημα ανασφάλειας, ένα συναισθηματικό αδιέξοδο. Το περιγράφει εξαιρετικά ο πρωταγωνιστής του κόμικ: «Αυτή η αίσθηση ότι είσαι πάντα δεμένος σε στύλο, ότι γυρνάς σε κύκλο ενώ όλοι οι άλλοι προχωράνε μπροστά, ότι δεν έχεις κάνει ούτε ένα μέτρο από τότε που βγήκε από το σχολείο επτά χρόνια πριν». Λόγω αυτού η αυτοβιογραφική αφήγηση μετατρέπεται σε συγγενές βίωμα και οι χαρακτήρες της ιστορίας, μας θυμίζουν τους δικούς μας φίλους, τις δικές μας συμμαθήτριες, τους ναζί στις δικές μας κακόφημες γειτονιές και τους γιάπηδες των δικών μας τάξεων. Τελικά και ο ίδιος ο Zerocalcare από το παγκόσμιο φαινόμενο των κόμικς που είναι στην πραγματικότητα, φαντάζει στα μάτια μας σαν μία οικεία φιγούρα που ίσως και να «έχουμε σταθεί πλάι πλάι σε κάποια πορεία ή έχουμε χορέψει μαζί πόγκο σε μία κατάληψη στην Αθήνα, ακούγοντας μία πανάγνωστη DIY μπάντα που παίζει κραστ πανκ», όπως γλαφυρά γράφει στον πρόλογό του ο Γιώργος Τσαγκόζης.

Η προφητεία του Αρμαντίλλο – κλήρωση για τα μέλη μας

Οι εκδόσεις Chaniartoon Press και DocMZ Publishing προσφέρουν στους αναγνώστες μας το εξαιρετικό κόμικ του Τζεροκαλκάρε με τίτλο «Η Προφητεία του Αρμαντίλλο». Στην κλήρωση συμμετέχουν αυτομάτως τα μέλη μας και όσοι ακόμη γραφτούν συνδρομητές μέχρι και τα μεσάνυχτα της Δευτέρας 11 Αυγούστου.

Λίγα λόγια για το νέο φαινόμενο της 9ης τέχνης

zerocalcare Κλήρωση: Οι εκδόσεις Chaniartoon Press και DocMZ Publishing προσφέρουν το εξαιρετικό κόμικ του Τζεροκαλκάρε «Η Προφητεία του Αρμαντίλλο» - Για όσους έχουν γίνει μέλη του Info-War μέχρι τη Δευτέρα 11 Αυγούστου

Η Προφητεία του Αρμαντίλλο, το πρώτο κόμικ του Ιταλού δημιουργού Τζεροκαλκάρε, είναι το έργο που εγκαινίασε μια νέα εποχή για την ευρωπαϊκή σκηνή κόμικς, καθιερώνοντας έναν δημιουργό με μοναδική εικαστική γραφή. Με αφοπλιστικό χιούμορ, αυτοσαρκασμό και αναπάντεχα δραματικό βάθος, το βιβλίο αφηγείται πώς ο νεαρός καλλιτέχνης αντιμετώπισε την απώλεια της αγαπημένης παιδικής του φίλης, έχοντας δίπλα του τον αλλόκοτο, αλλά γεμάτο σοφία, συμπρωταγωνιστή του: ένα γιγαντιαίο αρμαντίλλο που λειτουργεί ως προσωποποίηση της συνείδησής του.

Δομημένο ως μια σειρά μικρών ιστοριών που συνδέονται σε μια συνεκτική αφήγηση, το κόμικ κατέκτησε αμέσως το κοινό στην Ιταλία, ξεπερνώντας τις 300.000 πωλήσεις. Η οικουμενική του θεματολογία για την απώλεια, τη διαχείριση του πόνου και τη βίαιη ενηλικίωση, σε συνδυασμό με την αφοπλιστική προσέγγιση του δημιουργού, έδωσε στην Προφητεία του Αρμαντίλλο την ώθηση να ταξιδέψει πέρα από τα σύνορα της Ιταλίας, μεταφρασμένο σε επτά γλώσσες και αγαπημένο από αναγνώστες σε όλο τον κόσμο.

Οι εκδόσεις Chaniartoon Press και DocMZ Publishing φέρνουν τώρα στους Έλληνες αναγνώστες την πιο ολοκληρωμένη έκδοση του έργου: 160 έγχρωμες σελίδες, σκληρό εξώφυλλο και πλούσια συνοδευτικά κείμενα, μαζί με μια αποκλειστική συνέντευξη του Τζεροκαλκάρε. Πρόκειται για την απόλυτη ευκαιρία να γνωρίσει κανείς την αυθεντική μορφή του κόμικ που έθεσε τις βάσεις για το εκδοτικό και καλλιτεχνικό φαινόμενο που ακολούθησε.

Βραβεία και διασκευές

Η Προφητεία του Αρμαντίλλο τιμήθηκε με το βραβείο Gran Guinigi στο μεγαλύτερο φεστιβάλ κόμικς της Ιταλίας, Lucca Comics & Games, και το 2018 μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Εμανουέλε Σκαρίντζι, κάνοντας πρεμιέρα στο 75ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Η ταινία προβλήθηκε την ίδια χρονιά και στις «Νύχτες Πρεμιέρας» στην Αθήνα.

Το 2021, η ιστορία γνώρισε μια επιτυχία μέσω της σειράς κινουμένων σχεδίων Κατά Μήκος της Διακεκομμένης Γραμμής, που κυκλοφόρησε στο Netflix και κατέκτησε την κορυφή των προτιμήσεων του ιταλικού κοινού για εβδομάδες, φέρνοντας τον δημιουργό ακόμα πιο κοντά στο διεθνές κοινό.

Με την αλήθεια και την ευαισθησία του, ο Τζεροκαλκάρε κατάφερε να δημιουργήσει μια ιστορία που, παρότι βαθιά ριζωμένη στην ιταλική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, παραμένει καθολικά αναγνωρίσιμη. Η Προφητεία του Αρμαντίλλο είναι κάτι παραπάνω από ένα κόμικ για την απώλεια, είναι μια ιστορία για την ενηλικίωση, τον φόβο, το χιούμορ που μας κρατά ζωντανούς και την προσπάθεια να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας.

πηγή: info-war.gr

Μια ανεκπλήρωτη προφητεία

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Τζεροκαλκάρε, του σημαντικότερου ονόματος των σύγχρονων εναλλακτικών ευρωπαϊκών κόμικς, ήταν η «Προφητεία του Αρμαντίλλο», ενός ημιαυτοβιογραφικού έργου με πικρό χιούμορ για την απώλεια, τις νευρώσεις, τις αποτυχίες αλλά και τη συντροφικότητα μιας γενιάς που παλεύει να βρει την ψυχική της ισορροπία και την πολιτική ταυτότητά της

«Ονομάζεται “Προφητεία του Αρμαντίλλο” κάθε αισιόδοξη πρόβλεψη που στηρίζεται σε υποκειμενικά και ανορθολογικά στοιχεία καμουφλαρισμένα σε λογικά και αντικειμενικά, προορισμένη να τρέφει απογοήτευση, απελπισία και τύψεις, στον αιώνα των αιώνων. Αμήν». Οι προφητείες αυτές είναι καταδικασμένες όχι μόνο να μην εκπληρωθούν ποτέ, όταν τις διατυπώνει ο «φανταστικός φίλος» του Τζεροκαλκάρε που βρίσκεται μόνο μέσα στο κεφάλι του, αλλά και να τον γεμίζουν θλίψη κι ενοχές σε κάθε νέα αποτυχία που διαδέχεται την προηγούμενη και προηγείται της επόμενης, σε μια αλυσίδα δίχως τέλος. Κάπως έτσι εξηγεί ο Ιταλός δημιουργός τον τίτλο της πρώτης ολοκληρωμένης του αυτοέκδοσης από το 2011, έτος που φαίνεται πια τόσο «μακρινό» με δεδομένη την παραγωγική έκρηξή του από τότε μέχρι σήμερα· μια έκρηξη που τον μετέτρεψε σε ένα μοναδικό καλλιτεχνικό φαινόμενο όχι μόνο για την Ιταλία αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη.

Γεννημένος το 1983, ο Τζεροκαλκάρε, κατά κόσμον Μικέλε Ρεκ, με την «Προφητεία του Αρμαντίλλο» (συνεργασία των εκδόσεων Chaniartoon Press και DocMZ Publishing, μετάφραση Γιάννης Ιατρού, Τζόναθαν Τσικαρέλι, 164 σελίδες) διαμόρφωσε την πολιτική του συνείδηση και ταυτότητα κατά τη σκληρή περίοδο του «μπερλουσκονισμού», συμμετέχοντας στις διαμαρτυρίες της Γένοβας με αφορμή τη Σύνοδο του G-8 το 2001 και υπό το σοκ της αστυνομικής και κρατικής βίας που οδήγησε στη δολοφονία του Κάρλο Τζουλιάνι, γεγονός που σημάδεψε τη μετέπειτα καριέρα του. Οπως αναφέρεται και στο σύντομο βιογραφικό του που περιλαμβάνεται στην υποδειγματικά προσεγμένη και πλούσια έκδοση: «Γνήσιο τέκνο της γενιάς του, ο Τζεροκαλκάρε μεγάλωσε με τα κόμικς και τις ταινίες κινουμένων σχεδίων της Disney, με αμερικανικά κόμικς και μάνγκα, με τα βιντεοπαιχνίδια της Nintendo με προεξέχον το Game Boy, με επιρροές από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο της εποχής, όπως το Star Wars και το Jurassic Park. Παράλληλα με τις ποπ αναφορές του, μεγαλώνοντας ανακάλυψε την πανκ σκηνή και τα πολιτικοποιημένα μονοπάτια των καταλήψεων, όπου έκανε τα πρώτα βήματά του ως καλλιτέχνης, σχεδιάζοντας φλάιερ, αφίσες, εξώφυλλα δίσκων και, φυσικά, κόμικς». Αυτά δημοσιεύονταν σε περιοδικά (Carta), ανθολογίες (Zero Tolleranza), φανζίν (Antifa!nzine) και εφημερίδες (Liberazione και La Repubblica) ενώ παράλληλα εργαζόταν περιστασιακά ως καθηγητής ιδιαιτέρων μαθημάτων γαλλικών, μεταφραστής ντοκιμαντέρ κυνηγιού και ψαρέματος, συμβασιούχος στο αεροδρόμιο Φιουμιτσίνο και άλλες δουλειές του ποδαριού.

«Η Προφητεία του Αρμαντίλλο», όμως, το 2011 απογείωσε την καριέρα του με αποτέλεσμα τα βραβεία να διαδέχονται το ένα το άλλο, τα επόμενα βιβλία του να ξεπερνούν σε πωλήσεις τις 100 χιλιάδες αντίτυπα και να προκύψουν και δύο σειρές animation στο Netflix («Κατά μήκος της διακεκομμένης γραμμής» και «Αυτός ο κόσμος δε θα με κάνει κακό») με μεγάλη επιτυχία. Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει το «Αρμαντίλλο» τόσο ιδιαίτερο και ενδιαφέρον; «Το αρμαντίλλο, ένα μικρό τεθωρακισμένο θηλαστικό που επιβιώνει κλείνοντας τον εαυτό του σε μια προστατευτική μπάλα, γίνεται το άλτερ έγκο του δημιουργού, η φωνή του υποσυνείδητού του. Μέσα από αυτόν τον φανταστικό συνομιλητή, ο Τζεροκαλκάρε ψυχογραφείται. […] Ο δημιουργός από τις σελίδες του κόμικς μοιράζεται μαζί μας μικρά και μεγάλα συμβάντα που τον καθόρισαν, μέσα από τις σχέσεις του με τους φίλους του, την οικογένειά του και μια μεγάλη γκάμα ζωόμορφων χαρακτήρων. Ετσι, βλέπουμε τις κοινωνικές σχέσεις του, τα επαγγελματικά του, τα ερωτικά του, πάντα με οδηγό το χιούμορ και το ταλέντο του. Μας αφήνει να τα ερευνήσουμε, να πάρουμε δύναμη από τις εξομολογήσεις του και να φωτίσουμε όχι μόνο τα δικά του, αλλά και τα δικά μας σκοτάδια», τονίζει ο Γιώργος Τσαγκόζης στον εύστοχο πρόλογό του περιγράφοντας ιδανικά τις δυσκολίες μιας γενιάς που μεγάλωσε χειρότερα από την προηγούμενη. Κάποια μέλη της, ωστόσο, όπως ο Τζεροκαλκάρε δεν το βάζουν κάτω. Κι αν δεν καταφέρνουν να αλλάξουν τον κόσμο, τουλάχιστον μπορούν να γελούν μαζί του, ακόμα κι όταν κλαίνε.

 

πηγή: efsyn.gr

Η Προφητεία του Αρμαντίλλο: Ένα γλυκόπικρο έπος για την απώλεια και την ανάγκη για αυτογνωσία

Μια ψυχολογική περιπέτεια γεμάτη συναισθηματικές εκρήξεις, κοινωνικό στοχασμό και μια συγκινητική αυτοαναφορική ιστορία που ενσωματώνει όλα όσα σημαίνουν η απώλεια και η ενηλικίωση. Αυτό κατάφερε να αποδώσει μέσα από τις σελίδες του πρώτου του ολοκληρωμένου βιβλίου κόμικ «Η Προφητεία του Αρμαντίλλο» ο Τζεροκαλκάρε, ο πιο δημοφιλής δημιουργός κόμικς στην Ιταλία που αποτελεί ένα εκδοτικό και καλλιτεχνικό φαινόμενο δίχως προηγούμενο: Βλέπετε τα βιβλία του τυγχάνει να γίνονται best seller σε χρόνο ρεκόρ από την έκδοσή τους.

Οι εκδόσεις Chaniartoon Press και DocMZ Publishing φέρνουν στα ελληνικά την πιο πλήρη έκδοση της «Προφητείας του Αρμαντίλλο» (με 160 έγχρωμες σελίδες, σκληρό εξώφυλλο και πλούσια συνοδευτικά κείμενα, καθώς και μία αποκλειστική συνέντευξη του μεγάλου δημιουργού κόμικς). Και το αποτέλεσμα της πολυτελούς αυτής έκδοσης είναι εντυπωσιακό: Αφοπλιστικά αστείο, πνευματώδες και σύγχρονο, το κόμικ θεωρείται σήμερα ένα ορόσημο στην πρόσφατη ιστορία της 9ης Τέχνης

Σημειώνεται ότι στο εξωτερικό έχει ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 300.000 αντίτυπα και έχει  ανατυπωθεί σε τέσσερις διαφορετικές εκδόσεις μόνο στην Ιταλία, ενώ έχει μεταφραστεί σε επτά ακόμη γλώσσες.

 

 

DocMZ Publishing

 

Το στόρι

Το κόμικ είναι μια αυτοβιογραφική ιστορία για το πώς διαχειρίστηκε ο δημιουργός την είδηση ότι μια αγαπημένη παιδική του φίλη έχασε τη ζωή της. Στις σελίδες συμπρωταγωνιστεί ένα γιγαντιαίο αρμαντίλλο που ενσαρκώνει τη συνείδησή του.

Δομημένη ως μια σειρά σύντομων ιστοριών που συνδέονται μεταξύ τους για να σχηματίσουν μια συνεκτική αφήγηση, αυτή η ιστορία υπήρξε το σημείο καμπής που έκανε τον νεαρό καλλιτέχνη από τη Ρεμπίμπια της Ρώμης διάσημο για την ικανότητά του να γράφει κωμωδία με βάθος, εντάσσοντας αρμονικά στην πλοκή έντονα δραματικά στοιχεία.

Οι διαρκείς του αναφορές στην ιταλική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα δεν δυσκολεύουν την ταύτιση των αναγνωστών σε όλο τον κόσμο, αφού τελικά πρόκειται αναμφίβολα για μία οικουμενική ιστορία της γενιάς της, μια ιστορία για την απώλεια, την αντιμετώπισή της και τη βίαιη ενηλικίωση.

Μια βιωματική εμπειρία που καλεί τον αναγνώστη να αναρωτηθεί για τη ζωή του, την κοινωνία, και τα βαθύτερα συναισθηματικά θέματα που συχνά μπορεί να προσπερνά. Και μια απόδειξη πως τα καρέ ενός κόμικ μπορεί να αγγίξουν τις ευαίσθητες χορδές της ανθρώπινης ψυχής και να αναδείξουν τις πιο σύνθετες αντιφάσεις της κοινωνίας μας.

Η ελληνική έκδοση της Προφητείας του Αρμαντίλλο κυκλοφορεί το Σάββατο 14 Ιουνίου!

Για διαθεσιμότητα επισκεφτείτε το Comixadiko και τις εκδόσεις DocMZ Publishing

 

DocMZ Publishing

 

Έχοντας διακριθεί με το βραβείο Gran Guinigi στο μεγαλύτερο φεστιβάλ κόμικς της Ιταλίας, Lucca Comics & Games, η επιτυχία του κόμικ σύντομα ξεπέρασε τα στενά όρια της 9ης Τέχνης, αφού το 2018 μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη, με την ομώνυμη ταινία σε σκηνοθεσία Εμανουέλε Σκαρίντζι να κάνει την πρεμιέρα της στο 75ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Το ίδιο έτος προβλήθηκε και στις «Νύχτες Πρεμιέρας» στην Αθήνα (Σεπτέμβριος ’18).

Το 2021 κυκλοφόρησε στο Netflix η σύντομη σειρά κινουμένων σχεδίων «Κατά Μήκος Της Διακεκομμένης Γραμμής», μια ελαφρώς παραλλαγμένη εκδοχή του πιο προσωπικού έργου του Τζεροκαλκάρε. Η επιτυχία της ήταν τόσο μεγάλη, που έμεινε για εβδομάδες στη θέση #1 των προτιμήσεων του ιταλικού κοινού στη δημοφιλή πλατφόρμα. Ακολούθησε η σειρά «Αυτός Ο Κόσμος Δεν Θα Με Κάνει Κακό» που φιλοτέχνησε ο ίδιος και επίσης γνώρισε επιτυχία.

Η επίσημη παρουσίαση της “Προφητείας”

Η πρώτη επίσημη παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει το ερχόμενο Σάββατο 14 Ιουνίου στις 20.30 στο 5ο επετειακό books ‘n’ beer που διεξάγεται στο Πεδίον του Άρεως.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι υπεύθυνοι της έκδοσης, Μάριος Ιωαννίδης (Chaniartoon Press) και Γιάννης Ιατρού (DocMZ Publishing), καθώς και ο δημοσιογράφος Γιώργος Τσαγκόζης (LIFO, Luben), ο οποίος υπογράφει και τον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης.

Στην εκδήλωση θα παρέμβει και ο Τζεροκαλκάρε, με μαγνητοσκοπημένο βίντεο.

 

DocMZ Publishing

 

Ο Μικέλε ” Τζεροκαλκάρε” Ρεκ

Ο Τζεροκαλκάρε – κατά κόσμον Μικέλε Ρεκ – έκανε τα πρώτα του βήματα ως underground καλλιτέχνης στις καταλήψεις της Ρώμης και στην πανκ σκηνή. Ξεκίνησε την πορεία του στις αυτοεκδόσεις, εικονογραφώντας ακόμη αφίσες και εξώφυλλα δίσκων.

Το 2011 έγινε γνωστός για την αυτοέκδοση της «Προφητείας του Αρμαντίλλο», η οποία κατέγραψε θεαματικές πωλήσεις και απέσπασε διθυραμβικά σχόλια, οδηγώντας τον στην αγκαλιά του εκδοτικού οίκου Bao Publishing στο Μιλάνο, απ’ όπου κυκλοφορούν τα βιβλία του μέχρι και σήμερα στην Ιταλία.

 

O Τζεροκαλκάρε DocMZ Publishing

 

Έχοντας βραβευθεί επανειλλημμένα για το έργο του, μεγάλο μέρος του οποίου έχει δημοσιευτεί στο blog του www.zerocalcare.it, ο Τζεροκαλκάρε είναι από τους λίγους σύγχρονους Ευρωπαίους καλλιτέχνες κόμικς που έχουν δει τα έργα τους να κατακτούν αξιοζήλευτες θέσεις στις ιταλικές λίστες μπεστ σέλερ, να γίνονται ταινία στον κινηματογράφο, σειρές κινουμένων σχεδίων στην ιταλική τηλεόραση και αργότερα στο Netflix.

Στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε μέσα από τις σελίδες του περιοδικού κόμικς «Μπλε Κομήτης» (Εκδόσεις Polaris), όπου δημοσιεύτηκε ένα μέρος του δημοσιογραφικού οδοιπορικού στη Συρία σε μορφή κόμικς με τίτλο “Kobane Calling“, καθώς και από την κυκλοφορία των εκδόσεων «Στον μακαρίτη Αϊ-Βασίλη» (Εκδόσεις Polaris) και «Το Βάραθρο – η μαύρη τρύπα του νόμου 41 bis» (Ταμείο Αλληλεγγύης Φυλακισμένων και Διωκόμενων Αγωνιστ(ρι)ων σε συνεργασία με την Κίνηση της Βιολέττας).

πηγή: news247.gr

Ο Τζεροκαλκάρε, η προφητεία του Αρμαντίλλο και η εκδίκηση της γενιάς της Γένοβας

Ένα εκδοτικό φαινόμενο με πάνω από 300.000 πωλήσεις, που κατάφερε να ξεφύγει από τον σκληρό πυρήνα των underground κόμικς και να κατασκευάσει μια μοναδικά δική του τροχιά, αγγίζοντας όλον εκείνο τον κόσμο που τολμά ακόμα να ονειρεύεται πέρα από τα στενά και σκοτεινά όρια που επιβάλλει η Λίγκα του Βορρά, η ιταλική ακροδεξιά και μαφία και τα φίδια του νεοφασισμού που άφησε πίσω του η εποχή του Μπερλουσκόνι τα οποία δεν σταματούν να βασανίζουν και να δολοφονούν τους μετανάστες και την εργατική τάξη.

Ο Τζεροκαλκάρε είναι εκείνος ο δεκαοχτάχρονος νέος που γεννήθηκε ως πολιτική υπόσταση τις τρεις ημέρες που συγκλόνισαν τον σύγχρονο κόσμο, τις τρεις ημέρες του συνόδου της G8 στη Γένοβα. Και αν εκείνα τα σπουδαία όνειρα ενός άλλου κόσμου, ενός κόσμου εκτός του καπιταλισμού, έτσι όπως εκφράστηκαν και διοχετεύτηκαν στις καρδιές όσων βρέθηκαν στη Γένοβα εκείνες τις ημέρες, ξεσκίστηκαν από τις ρόδες του τεθωρακισμένου των καραμπινιέρων που δολοφόνησαν εν ψυχρώ τον Κάρλο Τζουλιάνι μπροστά στα μάτια όλου του πλανήτη, ο Τζεροκαλκάρε κατάφερε με τον δικό του τρόπο να διαφυλάξει τη συλλογική μνήμη των κινημάτων και του αγώνα, σε μια προσπάθεια να διαχειριστεί και τα δικά του προσωπικά τραύματα.

«Να θυμάσαι, πάντα να θυμάσαι…», άλλοτε σαν ψίθυρος, άλλοτε σαν το ουρλιαχτό μιας συνείδησης που προσπαθεί διαρκώς να βγει από αυτό το καταραμένο «τούνελ της διασκέδασης», να βρει την εναλλακτική εκεί που δεν υπάρχει, να απεγκλωβιστεί από τις αγχόνες του νεοφιλελευθερισμού.

 

«Έξω από το τούνελ της διασκέδασης, είμαι πιο χαρούμενος όταν βαριέμαι»

Ή, τουλάχιστον, αυτό μας τραγουδούσε μια δεκαετία νωρίτερα ο Ιταλός ράπερ Caparezza με καταγωγή από το Μπάρι της Νότιας Ιταλίας, κάνοντας μια έμμεση κριτική στον αδιανόητα υλιστικό σύγχρονο τρόπο ζωής έτσι όπως αυτός παρουσιάζεται από τα κοινωνικά δίκτυα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σαν ένα διαρκές κυνήγι εκπλήρωσης κάθε επιθυμίας. «Ζούμε μέσα από τις αναμνήσεις μας, καλές ή κακές, μέσα από τρυφερές αγκαλιές, φιλιά και φωτιές όχι μέσα από τις στιγμές που αναγκαστήκαμε να διασκεδάσουμε λυπημένοι», ανακοινώνει ο Caparezza στο τέλος του τραγουδιού του, πείθοντας τον εαυτό του μαζί με εμάς, πως κατάφερε να βγει από το «τούνελ της διασκέδασης», από τη σύγχρονη μορφή της «σπηλιάς του Πλάτωνα».

 

Ο Τζεροκαλκάρε, πράγματι, δεν διασκεδάζει ποτέ όταν είναι λυπημένος και θεωρεί πως η βαρεμάρα, εκτός από δικαίωμα, είναι και αναπόφευκτη για τους ανθρώπους της τάξης του, μιας και οι επιλογές λιγοστεύουν όταν ο τραπεζικός λογαριασμός σου είναι μονίμως άδειος. Από την άλλη, όμως, δεν πιστεύει ότι μπορεί εύκολα να βγει από αυτό το τούνελ, μιας και επιστρέφει πάντα με λελογισμένες τύψεις πίσω στη θαλπωρή μιας αμερικανικής αλυσίδας γρήγορου φαγητού ή μιας τηλεοπτικής σειράς της μαζικής κουλτούρας. Δεν αρνείται ποτέ αυτό τον κυκεώνα των αντιφάσεων στον οποίο έχει εξαναγκαστεί να βουλιάζει διαρκώς η γενιά του, η οποία ακροβατεί, από τη μια, ανάμεσα στα κινήματα των αυτόνομων, στις καταλήψεις και τις μαζικές αντικαπιταλιστικές διαδηλώσεις και, από την άλλη, στον ανεξέλεγκτο καταναλωτισμό, την κοινωνική απομόνωση και την αριστερή μελαγχολία της καθολικής αποδοχής του δόγματος ΤΙΝΑ.

Μια γενιά που της έταξαν τα πάντα και την άφησαν με το απόλυτο τίποτα, να σέρνεται από οικονομική κρίση σε οικονομική κρίση, να παλεύει με την άνοδο του φασισμού είτε αυτός έχει το πρόσωπο του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, είτε της Τζόρτζια Μελόνι, στελεχώνοντας, ταυτόχρονα, το περιβόητο «πρεκαριάτο». Μια στρατιά από αποφοίτους πανεπιστημίου, μορφωμένους και ταλαντούχους νέους που δεν βρίσκουν δουλειά στο αντικείμενό τους και αναγκάζονται να εργαστούν στις ίδιες «σκατοδουλειές» με εκείνες των γονιών τους, θρυμματίζοντας κάθε όνειρο κοινωνικής ανέλιξης με το οποίο μας γαλούχησαν οι προηγούμενες γενιές για μια προκαθορισμένη επιτυχία στη ζωή εφόσον δεν ξεστρατίσουμε ποτέ από τις διακεκομμένες γραμμές.

Ο Μικέλε Ρεκ, ο δημιουργός του Τζεροκαλκάρε, γεννημένος στο λαϊκό προάστιο της Ρεμπίμπια της βόρειας Ρώμης στο οποίο βρίσκεται και μια από τις πιο διαβόητες φυλακές της Ιταλίας (Carcere di Rebibbia), εργάστηκε σε πολλές κακοπληρωμένες δουλειές συναφείς με το επάγγελμά του, προτού γνωρίσει την επιτυχία μετά την έκδοση του πρώτου τεύχους του Τζεροκαλκάρε το 2011. Μια επιτυχία που την οφείλει ακριβώς στο γεγονός ότι ο ίδιος προσπάθησε να βάλει σε σειρά την παρανοϊκά βαρετή καθημερινότητα ενός πρεκάριου, ενός νέου που προσπαθεί να ζήσει σχετικά αξιοπρεπώς στον καπιταλισμό, με βασικά βέλη στη φαρέτρα του το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό ενός ανθρώπου που έχει χωνέψει μέσα του πολλά λίτρα ιταλικής και παγκόσμιας μαζικής κουλτούρας, όπως σχεδόν όλοι της γενιάς του. Παρ’ όλα αυτά, είναι η ίδια καθημερινότητα που μπορεί να γίνει από ανυπόφορα βαρετή μέχρι καταιγιστικά συγκλονιστική, αφήνοντας μετέωρο εκείνον που τη βιώνει χωρίς τη δυνατότητα να ξεφύγει από αυτή και, ταυτοχρόνως, δίνει τη δυνατότητα σε τόσο ποικιλόμορφο και διαφορετικό κόσμο να ταυτιστεί με αυτόν τον ξερακιανό γκρινιάρη τύπο που περιφέρει τις σκέψεις του στα προάστια της Ρώμης.

Ίσως αυτός να είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που οι ιστορίες του Τζεροκαλκάρε αγαπήθηκαν και έξω από τα ιταλικά σύνορα, με το έργο του να μεταφράζεται και να εκδίδεται σε πολλές χώρες, να καταλήγει μέχρι και σε τηλεοπτική σειρά στη διαδικτυακή πλατφόρμα streaming του Netflix. Να αποτελεί αυτό που όλοι ονομάζουν ως ένα «εκδοτικό φαινόμενο» που ξεκίνησε να πουλιέται χέρι με χέρι για να καταλήξει να εκδίδεται στους πιο δημοφιλείς εκδοτικούς οίκους του πλανήτη.

 

«Η προφητεία του Αρμαντίλλο», η εκδίκηση της «χειρότερης γενιάς»

 

Με αφορμή την απώλεια μιας αγαπημένης του παιδικής φίλης, ο Τζεροκαλκάρε ξετυλίγει την «Προφητεία του Αρμαντίλλο», μια ευρηματική δική του εκδοχή αυτοκριτικής και αυτοψυχοθεραπείας. Μια δική του προσπάθεια να διαχειριστεί τον θάνατο της φίλης του, να βάλει σε σειρά τις αναμνήσεις του ώστε να εγκολπωθούν στο παρόν του, να κατασκευάσουν ψηφίδα-ψηφίδα όχι μόνο την αφήγηση της ιστορίας του, αλλά της ίδιας του της προσωπικότητας, της ίδιας της ζωής του. Γιατί όλα να πάνε καλά, εφόσον μπορούν να πάνε χειρότερα, του υπενθυμίζει συνεχώς το τεθωρακισμένο θηλαστικό που έχει λάβει τη μορφή της συνείδησής του και προσπαθεί να τον επαναφέρει στην σκληρή πραγματικότητα διαλύοντας χαριτωμένα την οποιαδήποτε αισιόδοξη αυταπάτη κάνει τον κόπο να αναδυθεί στη σκέψη του Τζεροκαλκάρε. Η Καμίλ πέθανε και το μόνο που άφησε είναι «ιστορίες και καναδυό φωτογραφίες», την ίδια στιγμή που οι φίλοι της ακόμα παλεύουν να βρουν το νόημα στις δικές τους ιστορίες καθημερινής τρέλας, άλλοτε αληθινές άλλοτε δημιουργήματα της δικής τους φαντασίας.

 

Η Ρεμπίμπια, αυτή η χοάνη ανθρώπων, κοινωνικών τάξεων και ιθαγενειών, είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο ο Τζεροκαλκάρε φτιάχνει έναν αναπόδραστο κόσμο, όπου το μόνο μέσο με το οποίο μπορεί να ξεφύγει κανείς είναι η πολύχρωμη φαντασία και το ευρηματικό, φλεγματικό χιούμορ. Η εργατική τάξη σίγουρα δεν πηγαίνει στον παράδεισο, μάλλον καταλήγει να αγωνιά για το επόμενο νοίκι, να πεθαίνει από μια υπερβολική δόση πρέζας ή να βλέπει με τις ώρες τηλεόραση επιβιώνοντας τον εικονικό θάνατο ενός κλειστοφοβικού δωματίου μιας φτωχικής συνοικίας που περιμένει να εξυγιανθεί για να γεμίσει τουρίστες και σπίτια βραχύβιας μίσθωσης. Αλλά τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο άσχημα, ποτέ τόσο μίζερα και απογοητευτικά όπως τα παρουσιάζει το δόγμα του βρετανικού kitchen sink realism. Ακόμα και την «χρυσή εποχή της Λίγκας», η αλληλεγγύη έβρισκε τρόπους να τρυπώνει πίσω από τις κλειστές πόρτες των ασφυκτικών διαμερισμάτων, κάτω από τα γκλομπ των καραμπινιέρων και τα λουκέτα των κλειστών εργοστασίων.

Ο Τζεροκαλκάρε θα χρωματίσει εκείνα τα κλειστά δωμάτια όπου το στρες και η μοναξιά γιγαντώνονται στην αγωνία της επόμενης ημέρας, χωρίς να ξεχνάει ποτέ όλα εκείνα που τον συναρθρώνουν, που έφτιαξαν τον άνθρωπο που είναι. Η Ρεμπίμπια, η οικογένειά του, οι φίλοι, οι ταινίες και τα βιντεοπαιχνίδια, τα κόμικς και η πανκ, το αριστερό αυτόνομο κίνημα και οι καταλήψεις. Αλλά και η βία του κράτους, η βία μιας κοινωνίας που της έχουν μάθει να μισεί το διαφορετικό, να δημιουργεί τροφικές αλυσίδες, δυνατούς και αδύναμους κάθε είδους. Την ίδια βία που θα κάνει την Καμίλ να «φύγει» από νευρική ανορεξία, που θα δολοφονήσει τον Τζουλιάνι, που θα βάλει φωτιά σε ένα κέντρο κράτησης μεταναστών.

«Η μόνη μας πατρίδα», έλεγε ένα παλιό σύνθημα, «είναι τα παιδικά μας χρόνια», μη λαμβάνοντας υπόψη πως και αυτό αποτελεί κάποιου είδους προνόμιο των παιδιών που μεγάλωσαν στα τέλη του 20ου αιώνα, τα χρόνια της ευμάρειας και του εφήμερου πλούτου. Ο Τζεροκαλκάρε βρίσκει την εφήμερη λύτρωση στο παρελθόν του, σε μια προσπάθεια να ενηλικιωθεί στο σύγχρονο παρόν του, να αποδεχθεί την απώλεια όχι μόνο της φίλης του αλλά και της παγωμένης σκοτεινιάς που θα αφήσουν πίσω τους οι μελλοντικές αναμνήσεις χωρίς αυτήν εντός τους. Διαπραγματεύεται διαρκώς με τη συνείδησή του τη δημιουργία ενός μελλοντικού εαυτού που δεν θα προδώσει εκείνο το παράξενο παιδί που ακόμα ζει κάπου στο μέσα του.

Το ίδιο και ο δημιουργός του, ο Μικέλε Ρεκ, που δεν έχει φύγει ποτέ από την πλευρά των κινημάτων, από τη συλλογική αντιμετώπιση του πόνου και του τραύματος, των διακρίσεων και της κοινωνικής απομόνωσης. Σε κάθε σελίδα του κόμικς προσπαθεί να μας οδηγήσει να κατανοήσουμε πως είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε διαρκώς το ίδιο τέλος της ιστορίας και του κόσμου, κάθε φορά επιστρέφοντας σε ένα διαφορετικό μηδέν, αναγκασμένοι να επαναπροσδιορίσουμε τις εργοστασιακές μας ρυθμίσεις ξανά και ξανά ώστε να αντιληφθούμε τι συμβαίνει πέρα από τα προσωπικά μας όρια, τι συμβαίνει στο κοινωνικό και στο συλλογικό.

Ο Τζεροκαλκάρε μας υπενθυμίζει πως ο μόνος τρόπος πραγματικής επιβίωσης είναι αυτή η διαρκής επιστροφή στο συλλογικό, η κοινωνικοποίηση της κοινής μας πραγματικότητας, της κοινής μιζέριας των πρεκάριων της γενιάς που μεγάλωσε με Disney και Κάρολο Μαρξ, φαστφουντάδικα, πανκ, χιπ χοπ, φτηνές μπύρες και Ερρίκο Μαλατέστα μήπως και τελικά σταματήσει κάποτε να βγαίνει αληθινή η «προφητεία του Αρμαντίλο».

Από τη Ροζάβα μέχρι τη Γένοβα, από την Αθήνα του Δεκέμβρη του 2008 μέχρι τη γενοκτονία της Παλαιστίνης, η γενιά του Τζεροκαλκάρε ήταν και θα είναι πάντα εδώ για νέες ήττες και για νέες συντριβές και ξανά πάλι από την αρχή, μέχρι «ο εχθρός να μάθει την αξία του αίματος και των δακρύων».

 

Y.Γ. Και αυτό μάλλον αποτελεί το καλύτερο κίνητρο για να διαβαστεί η έντυπη έκδοση του Τζεροκαλκάρε που προσφάτως εκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις DOCMZ σε συνεργασία με τις εκδόσεις Chaniartoon Press, και ας έχει κυκλοφορήσει ήδη η σειρά του Netflix. Γιατί κάποια πράγματα θα λέγονται πάντα καλύτερα μέσα σε σελίδες, παρά σε τηλεοπτικούς δέκτες.

 

Πηγή: thepressproject.gr